riparian

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/raɪˈpɛərɪən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ri pârē ən, rī-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
riparian adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (law: relating to river banks)παραποτάμιος, παρόχθιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
riparian adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to wetlands)παραποτάμιος, παρόχθιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This is a riparian species.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση riparian στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'riparian'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης