rich

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɪtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪtʃ/ ,USA pronunciation: respelling(rich)


Inflections of 'rich' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
richer
adj comparative
richest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wealthy)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εύπορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)λεφτάς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κονομημένος, οικονομημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The Rockefeller family is rich.
 Η οικογένεια Ροκφέλερ είναι πλούσια.
the rich nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (wealthy people)οι πλούσιοι φρ ως ουσ αρσ πλ
  (μεταφορικά)οι έχοντες φρ ως ουσ αρσ πλ
 Our economy would change dramatically if we'd stop letting the rich make the tax laws.
 Η οικονομία μας θα άλλαζε σημαντικά, εάν παύαμε να επιτρέπουμε στους πλούσιους να θεσπίζουν τους φορολογικούς νόμους.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (food: full of flavor) (μεταφορικά)που έχει πλούσια γεύση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 This dessert is rich.
 Αυτό το γλυκό έχει πλούσια γεύση.
rich in [sth] adj + prep figurative (abounding: in [sth](μεταφορικά)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)που βρίθει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The jungle is rich in wildlife.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το σπανάκι είναι πλούσιο σε σίδηρο.
 Η ζούγκλα βρίθει άγριας ζωής.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (smell: fragrant) (θετική έννοια)έντονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The perfume has a rich aroma.
 Το άρωμα έχει έντονη μυρωδιά.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (soil: nutritious)εύφορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The soil in the basin is rich.
 Το έδαφος στο λεκανοπέδιο είναι εύφορο.
riches nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (wealth)πλούτη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 He daydreamed about what he would do with his riches if he won the lottery.
 Ονειρευόταν τι θα έκανε με τα πλούτη του, εάν κέρδιζε το λαχείο.
riches nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (valuable things, people)περιουσία ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  πλούτη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  ό,τι πολυτιμότερο έχω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They hadn't much money, but their children were their riches.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (valuable)πολύτιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The family has a rich collection of paintings.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (elaborate)πολυτελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The palace has rich furnishings.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (copious) (μεταφορικά: μεγάλος)γενναίος, πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The desserts come in rich portions.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (color: deep) (μεταφορικά)βαθύς, πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The painting was full of rich hues.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (sound: full, strong) (μεταφορικά)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The bass has a rich sound.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (art: full of meaning)γεμάτος νόημα, μεστός νοήματος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (το ίδιο το συναίσθημα)δυνατός, έντονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The painting transmits a rich sense of sadness.
 Ο πίνακας μεταδίδει ένα έντονο αίσθημα θλίψης.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (fuel: strong) (μεταφορικά)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The mixture in this fuel is too rich.
rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (entertaining)καλός, ωραίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)πετυχημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 He told a rich joke and everybody laughed.
rich,
a bit rich
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal, figurative (ironic)παράλογος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό, μεταφορικά)κουλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)κάπως επίρ ως επίθ
 That's a bit rich, coming from you!
 Είναι παράλογο να το λες εσύ αυτό!
rich in [sth] adj + prep figurative (full of [sth](μεταφορικά: σε κάτι)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (από κάτι)βρίθω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάτι, με κάτι)είμαι γεμάτος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The Greek myths are rich in allegory.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
filthy rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, slang (extremely wealthy) (αργκό)λεφτάς, ματσωμένος, ματσό επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You have to be filthy rich to own a house in that neighborhood.
get rich vi + adj informal (become wealthy) (αποκτώ πλούτη)πλουτίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It's hard to get rich.
get-rich-quick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (business: quick profit)που προσφέρει γρήγορο κέρδος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)με το οποίο θα πιάσω την καλή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
get-rich-quick scheme nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business: plan for quick profit)σχέδιο γρήγορου πλουτισμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (αργκό)αρπαχτή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ian lost a lot of money when he unwisely invested in a get-rich-quick scheme.
grow rich vi + adj (become wealthy, prosper)γίνομαι πλούσιος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  πλουτίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The managers grew rich while the workers suffered.
rich harvest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bounty)πλούσια σοδειά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We've had a lot of rain and a lot of sun this year, so we're promised a rich harvest.
rich man nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (man who is wealthy)πλούσιος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)ματσωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
rich soil nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fertile earth)γόνιμο έδαφος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Vegetables grow better in rich soil.
stinking rich adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, slang (extremely wealthy)πάμπλουτος, ζάπλουτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά, καθομ)που έχει τρελά φράγκα, που δεν ξέρει τι έχει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
strike it rich v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (suddenly become wealthy) (μεταφορικά)πιάνω την καλή, χτυπάω φλέβα χρυσού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tapestry,
rich tapestry
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (complexity)πολυπλοκότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ποικιλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά, λογοτεχνία: της ζωής)το γαϊτανάκι άρθ ορ + ουσ ουδ
 The old lady didn't go out much any more, but she enjoyed watching life's rich tapestry from a seat on her porch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rich' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [steal, take, rob] from the rich, rich [people, businessman], the [tax, law, bill] only benefits the rich, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rich στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rich'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης