revolution

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌrɛvəˈluːʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌrɛvəˈluʃən/ ,USA pronunciation: respelling(rev′ə lo̅o̅shən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (forcible overthrow) (ιστορία)επανάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The American Revolution began in 1776.
 Η Αμερικανική Επανάσταση άρχισε το 1776.
revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rotation) (μηχανική)στροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  περιστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The engine completes one hundred revolutions per second.
 Η μηχανή κάνει 100 στροφές ανά λεπτό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (societal change) (μεταφορικά)επανάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Mass urbanisation was one of the biggest changes of the industrial revolution in England.
revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marked change) (μεταφορικά)επανάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 With Jefferson's administration, a silent revolution took place.
revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a single turn)περιστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The dancer did two revolutions in the air before landing.
revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (astronomy: orbiting)περιστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Earth's revolution about the Sun takes 365 days.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
counterrevolution (US),
counter-revolution (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(revolt against a revolution)αντεπανάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
French Revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (France: 1789 overthrow of monarchy)Γαλλική Επανάσταση φρ ως ουσ θηλ κύρ
 The French Revolution was inspried by the success of the American Revolution, so they say.
industrial revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manufacturing developments in late 18th century)βιομηχανική επανάσταση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 During the Industrial Revolution many people moved from the countryside to the towns.
revolution per minute nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (speed: spins in 60 seconds) (κινητήρας)στροφές ανά λεπτό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
rpm,
RPM
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
invariable, usually plural, abbreviation (revolution per minute) (συνήθως πληθυντικός)στροφές ανά λεπτό φρ ως ουσ θηλ πλ
Σχόλιο: Σε υπολογισμούς συνήθως χρησιμοποιείται η αγγλική συντομογραφία.
sexual revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase in permissiveness)σεξουαλική επανάσταση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The availability of contraception led to the more liberal attitudes that characterized the sexual revolution.
technological revolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (industrial transformation of society)τεχνολογική επανάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'revolution' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [French, Industrial, American, Velvet] Revolution, a [communist, peasant, capitalist, socialist] revolution, a [social, political, cultural] revolution, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση revolution στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'revolution'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης