revolt

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈvəʊlt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈvoʊlt/ ,USA pronunciation: respelling(ri vōlt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
revolt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act: uprising, revolution)εξέγερση, στάση, ανταρσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επανάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The army have successfully put down a revolt in the west.
 Ο στρατός κατέπνιξε με επιτυχία μια εξέγερση (or: στάση) στα δυτικά.
revolt viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (rise up in protest)εξεγείρομαι, επαναστατώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξεσηκώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Many of the peasants who revolted after the introduction of the poll tax in 1381 were put to death.
revolt against [sth/sb] vi + prep (rebel, protest) (εναντίον, με γενική)εξεγείρομαι, επαναστατώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The students revolted against the school's new dress code.
revolt [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (disgust)προκαλώ απέχθεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αηδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I won't date Peter; his ugly face revolts me.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
peasant revolt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uprising by poor workers)εξέγερση αγροτών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The French Revolution is a prime example of a peasant revolt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'revolt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση revolt στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'revolt'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης