reversed


From the verb reverse: (⇒ conjugate)
reversed is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: reversed, reverse

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reversed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (turned back to front)αναποδογυρισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που έχει γυρίσει από την άλλη πλευρά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ανεστραμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The shirt has a reversed collar.
reversed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (exchanged: roles, etc.)που έχει αντιστραφεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ανεστραμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The couple now have reversed roles as regards who works and who stays at home.
reversed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (legal decision: overturned)ακυρωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που έχει αναιρεθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The government is appealing the reversed conviction of a murder case.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reverse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (opposite)το αντίστροφο, το αντίθετο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)το ανάποδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You believe the sun goes around the Earth, whereas the reverse is true.
 Πιστεύεις ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη γη, ενώ συμβαίνει το αντίστροφο (or: το αντίθετο).
reverse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (other side, back)άλλη πλευρά, αντίστροφη πλευρά, άλλη όψη, αντίστροφη όψη επίθ + ουσ θηλ
  ανάστροφη επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  (πίσω)πίσω πλευρά, πίσω όψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There was an image of an eagle on the reverse of the coin.
 Υπήρχε μια εικόνα με έναν αετό στην άλλη όψη του νομίσματος.
reverse [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (undo, counteract)ανατρέπω, αναιρώ, αποσύρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταργώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω πίσω ρ μ + επίρ
 The government reversed its policy on taxing alcohol.
 Η κυβέρνηση πήρε πίσω την πολιτική της για τη φορολόγηση των οινοπνευματωδών.
reverse [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (overturn: a legal decision)ανατρέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The judge reversed the defendant's conviction.
 Ο δικαστής ανέτρεψε την καταδίκη του κατηγορούμενου.
reverse [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (turn back to front)γυρίζω από την άλλη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αναποδογυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)γυρίζω το μπρος πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Seeing that he had put his jumper on back to front, James reversed it.
 Ο Τζέιμς γύρισε το φούτερ του από την άλλη όταν είδε ότι το είχε φορέσει ανάποδα.
reverse [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (exchange: roles, etc.) (ρόλους)αντιστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 As Daisy earned more than Ben, they decided to reverse the traditional roles; Daisy went out to work and Ben took care of the children.
 Καθώς η Νταίζη έβγαζε περισσότερα χρήματα από τον Μπεν, αποφάσισαν να αντιστρέψουν τους παραδοσιακούς ρόλους. Η Νταίζη πήγαινε για δουλειά και ο Μπεν φρόντιζε τα παιδιά.
reverse [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (vehicle: drive backwards)πάω με την όπισθεν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Το ρήμα «πάω» μπορεί να αντικατασταθεί από άλλο ρήμα που φανερώνει κίνηση.
 Alison reversed the car into the garage.
 Η Άλισον μπήκε με την όπισθεν στο γκαράζ.
reverse adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (opposite)αντίστροφος, αντίθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πίσω επίρ ως επίθ
 Harry turned the coin over and saw that the reverse side was shinier.
 Ο Χάρι αναποδογύρισε το κέρμα και είδε ότι η πίσω πλευρά του ήταν πιο γυαλιστερή.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reverse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle's backwards gear)όπισθεν επίρ ως ουσ θηλ
 Mary put the car into reverse and pulled out of the parking space.
reverse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (setback, defeat)ήττα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  οπισθοδρόμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  υποχώρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
reverse viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (drive backwards)κάνω όπισθεν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Carl reversed along the narrow lane until he reached a passing place.
reverse [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (turn inside out)γυρίζω το μέσα έξω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Melanie reversed the jacket, so that the red side was outwards.
reverse [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (order, position: turn around)αντιστρέφω, αναστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The librarian reversed the order of the books on the shelf, so that authors whose names appeared later in the alphabet came first.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'reversed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reversed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'reversed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης