revel

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɛvəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈrɛvəl/ ,USA pronunciation: respelling(revəl)


Inflections of 'revel' (v): (⇒ conjugate)
When both "l" and "ll" forms exist, spellings with a double "l" are correct, but rare, in US English, while those with a single "l" are not correct in UK English.
revels
v 3rd person singular
revelling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (Mainly UK)
reveling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (US)
revelled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (Mainly UK)
reveled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US)
revelled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (Mainly UK)
reveled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
revel in [sth] vi + prep (enjoy greatly) (καθομιλουμένη)καταχαίρομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)πανηγυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The small boy revelled in the rare praise from his strict teacher.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
revels nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (merrymaking)γλέντι, ξεφάντωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γιορτή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)πανηγύρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The whole village joined in the revels.
revel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (enjoy oneself)απολαμβάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  καταχαίρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)του δίνω και καταλαβαίνει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'revel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: late-night revels in the [bar, pub, town square], a [charity, hospital] fund-raising revel, join (in) the [town, village, staff] revels, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση revel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'revel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης