Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

resign oneself


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο resign παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: oneself

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
resign viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (from job, position)παραιτούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  υποβάλω παραίτηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Hannah didn't like her job, so she resigned.
 Στη Χάνα δεν άρεσε η δουλειά της, γι' αυτό παραιτήθηκε.
resign [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (right, claim: give up)παραιτούμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 Alison resigned her claim on the land.
 Η Άλισον παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση της γης.
resign yourself to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accept)αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παίρνω απόφαση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Resigning himself to the fact that no one else would help him clear up, Tim rolled up his sleeves and set to work.
 Αφού το πήρε απόφαση ότι κανείς άλλος δε θα τον βοηθούσε να καθαρίσει, ο Τιμ σήκωσε τα μανίκια και στρώθηκε στη δουλειά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
resign from [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (step down from, leave: a job)παραιτούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The protestors demanded that he resign from office. He resigned from his post as director in favour of his son.
 Παραιτήθηκε από τη δουλειά του για χάρη του γιου του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση resign oneself στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'resign oneself'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης