renewal

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈnjuːəl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/rɪˈnuəl, -ˈnju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ri no̅o̅əl, -nyo̅o̅-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
renewal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subscription, lease, contract)ανανέωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tina signed the forms for the renewal of her lease.
 Η Τίνα υπέγραψε τα έντυπα για την ανανέωση του συμβολαίου της.
renewal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (form for renewing)ανανέωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Please find enclosed the renewal for your car insurance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
urban renewal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (renovation of poor city areas)αστική περιοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The aim of our current urban renewal plan is to do away with all those old slums.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'renewal' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a renewal fee of [ten] dollars, [process, handle, monitor] renewal applications, the renewal [date, place], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση renewal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'renewal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης