reliquary

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɛlɪkwəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈrɛlɪˌkwɛri/ ,USA pronunciation: respelling(reli kwer′ē)

Inflections of 'reliquary' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": reliquaries

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reliquary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place where relics are kept) (λείψανα)λειψανοθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  οστεοθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ενθύμια)κειμηλιοθήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reliquary στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'reliquary'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης