relinquish

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈlɪŋkwɪʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈlɪŋkwɪʃ/ ,USA pronunciation: respelling(ri lingkwish)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
relinquish [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." ([sth])αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
relinquish [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (claim, right: renounce)παραιτούμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 Larry relinquished his claim on his parents' estate, realizing that his brother needed it more than him.
 Ο Λάρι παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση της περιουσίας των γονιών του, καθώς συνειδητοποίησε ότι ο αδερφός του την είχε μεγαλύτερη ανάγκη από τον ίδιο.
relinquish [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (power, position: give up)αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εγκαταλείπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παραιτούμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 Marion relinquished her position as finance director because she no longer enjoyed working in such a high-pressure job.
 Η Μάριον παραιτήθηκε από τη θέση της ως διευθύντρια οικονομικών διότι δεν της άρεσε πια να εργάζεται σε μια δουλειά με τόση πίεση.
relinquish [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (task, struggle: abandon)παραιτούμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  παρατάω, παρατώ, εγκαταλείπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Emily relinquished her campaign for better working conditions, realizing she was never going to win.
 Η Έμιλυ εγκατέλειψε την καμπάνια για καλύτερες συνθήκες εργασίας, συνειδητοποιώντας ότι δεν επρόκειτο να κερδίσει ποτέ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'relinquish' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: relinquish your [power, possessions, rights, claim, the throne], relinquished his [power] to [his son, the enemy, the army], [forced, compelled, advised, ordered] to relinquish [power], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση relinquish στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'relinquish'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης