release

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈliːs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈlis/ ,USA pronunciation: respelling(ri lēs)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
release [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (liberate)αποφυλακίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (όχι από φυλακή)απελευθερώνω, ελευθερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The jail released the prisoner after four years.
 Ο κρατούμενος αποφυλακίστηκε ύστερα από τέσσερα χρόνια.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αφού έγιναν δεκτά όλα τα αιτήματά τους οι τρομοκράτες απελευθέρωσαν (or: ελευθέρωσαν) τους ομήρους.
release [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (let go of, stop grasping)αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The father released his hold on his daughter when she saw grandma.
 Ο πατέρας άφησε το χέρι της κόρης του όταν είδε τη γιαγιά.
release [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (movie: make public)κυκλοφορώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 They released the movie with a party in Los Angeles.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κυκλοφόρησε η καινούργια ταινία του Τζακ Νίκολσον.
release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: agreement giving permission)βεβαίωση, δήλωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (νομικό, εγκατάλειψη δικαιώματος)παραίτηση από δικαίωμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (νομικό, μεταβίβαση δικαιώματος)εκχώρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Please sign the release that says that you will not sue, so your son can play basketball.
 Παρακαλώ υπογράψτε τη βεβαίωση (or: δήλωση) που λέει ότι δεν θα υποβάλετε μήνυση, ώστε να μπορεί ο γιος σας να παίξει μπάσκετ.
 Παρακαλώ υπογράψτε τη δήλωση παραίτησης από δικαίωμα άσκησης μήνυσης, ώστε να μπορεί ο γιος σας να παίξει μπάσκετ.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η κυβέρνηση αποφάσισε ότι η εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση θα βοηθήσει στην αποκέντρωση των εξουσιών.
release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prisoner, hostage: setting free) (από ομηρία)απελευθέρωση, ελευθέρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)απόλυση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (από φυλακή)αποφυλάκιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Many former prisoners have difficulty finding employment after their release.
 Πολλοί πρώην κρατούμενοι δυσκολεύονται να βρουν εργασία μετά από την αποφυλάκισή τους.
release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: setting free)απελευθέρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The release of the young birds into the wild was a success.
 Η απελευθέρωση των νεαρών πουλιών στην άγρια φύση στέφθηκε με επιτυχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (movie: coming to cinemas)κυκλοφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The movie's release occurred on the same day across the country.
release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (publication)κυκλοφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The publisher has scheduled June the first for the release of her new novel.
release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (recording)κυκλοφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This is the rock star's third release from this CD.
release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (announcement) (τύπου)δελτίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The company issued a press release to announce its new product.
 Η εταιρεία εξέδωσε δελτίο τύπου για να αναγγείλει το νέο της προϊόν.
release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: bridge)μουσική γέφυρα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  γέφυρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The tambourine signals the release, which occurs three minutes into the song.
release [sb] from [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (free from: debt) (κάποιον από κάτι)απαλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The final payment will release you from this debt.
release [sb] from [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (free from: obligation) (κπ από υποχρέωση)απαλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αποδεσμεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His boss released him from the need to maintain the computers.
release [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (publish)κυκλοφορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The publisher will release the book next week.
release [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (emit: vapour, flames)αναδίδω, αναδίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκπέμπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκλύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, γενικά)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Stay away from that container; it is releasing dangerous fumes.
release [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put on sale)κυκλοφορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The company released the new product on Tuesday.
release [sb] from [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (free from legal responsibility) (κάποιον από κάτι)απαλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This contract releases us from liability in case of injury.
release [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ease off: brakes)λύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Release the handbrake, and shift into first gear now.
 Λύσε το χειρόφρενο και τώρα βάλε πρώτη ταχύτητα.
release [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ease off: clutch)αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When you release the clutch, the engine will engage.
 Όταν αφήσεις το συμπλέκτη θα πάρει μπρος ο κινητήρας.
release [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (publish: official statement)εκδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The government released a statement denying the scandal.
release [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (let out: emotions)εκτονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You should have a good cry to release all those emotions.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
emotional release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (catharsis)ψυχοκάθαρση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Her death after such long and painful suffering was an emotional release for all of us.
medical release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (form authorizing [sb] to be treated) (από γιατρό)παραπεμπτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This form authorizes medical release for a child.
news release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (press release, bulletin)δελτίο τύπου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Lafayette Police Department announced in a news release that Smith was arrested Tuesday.
not for release adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (confidential)που δεν προορίζεται για δημοσίευση, για περιορισμένο κοινό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 This announcement is restricted and is not for release.
press release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (news update or bulletin)δελτίο τύπου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Jenkins authorized a press release denying the validity of the rumors.
 Ο Τζένκινς ενέκρινε ένα δελτίο τύπου, όπου αρνήθηκε την εγκυρότητα των διαδόσεων.
release agent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemical lubricant)αντικολλητικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μέσο αποδέσμευσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 This release agent is specially designed for use in baking.
release agreement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (form giving authorization)σύμφωνο αποδέσμευσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The soccer player signed a release agreement with his club and became a free agent.
release date nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (when [sth] is published or broadcast)ημερομηνία κυκλοφορίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (για εκπομπή)ημερομηνία μετάδοσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
release form nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document: signed permission)έγγραφο παροχής αδείας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Parents must sign a release form before their children's work can be displayed.
release [sb] from a promise v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (remove an obligation from [sb](από υπόσχεση, υποχρέωση)απαλλάσσω, αποδεσμεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Charles released Edward from his promise to help repaint the dining room.
release of information nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document: permission)έντυπο γνωστοποίησης πληροφοριών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The hospital requires patients to sign a release of information in order for relatives to be notified about their condition.
software release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (publication of a computer program)έκδοση λογισμικού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The software release is scheduled for July next year.
sustained-release n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (drug: gradually releases its effect) (φάρμακο)παρατεταμένης αποδέσμευσης, παρατεταμένης έκλυσης φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
timed release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gradual or staggered effect) (φάρμακα)παρατεταμένη αποδέσμευση επίθ + ουσ θηλ
 The system was developed for the timed release of medicines.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'release' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: released his [arm, hand], a [movie, book, single, product] release, the release [valve, catch, button], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση release στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'release'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης