Σε αυτή τη σελίδα: regimented, regiment

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
regimented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (arranged with strict regularity)πειθαρχημένα, οργανωμένα, συστηματικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The boss allowed for regimented breaks of only five minutes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
regiment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military unit) (στρατού)σύνταγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The regiment marched into battle.
regiment [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (organize, put into order) (με αυστηρά κριτήρια)οργανώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ρυθμίζω, συστηματοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It's important to regiment your exercise routine for maximum effect.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση regimented στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'regimented'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης