regeneration

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˌdʒɛnəˈreɪʃən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/rɪˌdʒɛnəˈreɪʃən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ri jen′ə rāshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
regeneration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (biology: regrowth)αναγέννηση, ανάπλαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The regeneration of limbs aides the survival of certain species.
regeneration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (revival, renewal)αναζωογόνηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)αναγέννηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'regeneration' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση regeneration στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'regeneration'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης