WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
refuse to recognize [sth/sb],
also UK: refuse to recognise [sth/sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(disregard, not accept [sth])αρνούμαι να αναγνωρίσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (δεν μιλάω σε κπ)αγνοώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When I walked into the bar, all my former friends refused to recognize me.
refuse to recognize that,
also UK: refuse to recognise that
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(with clause: not accept) (ότι/πως)αρνούμαι να αναγνωρίσω, αρνούμαι να αποδεχτώ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 James refused to recognize that he was responsible for the mistake.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση refuse to recognize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'refuse to recognize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης