reckless

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɛkləs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈrɛklɪs/ ,USA pronunciation: respelling(reklis)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reckless adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (actions: without care)απερίσκεπτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απρόσεκτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (πιο έντονο)παράτολμος, ριψοκίνδυνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Pam's reckless drinking was a worry to her family.
reckless adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: without regard for risk)ριψοκίνδυνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (πιο ήπιο)απρόσεκτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Ben has always been reckless, so it was no surprise when he ended up in hospital.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
reckless driver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who drives dangerously)ασυνείδητος οδηγός επίθ + ουσ αρσ
 The reckless driver was eventually stopped by the police.
reckless driving nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (law: traffic violation)επικίνδυνη οδήγηση επίθ + ουσ θηλ
reckless homicide nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (death caused by negligence) (νομική)ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'reckless' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: his reckless pursuit of, a reckless disregard for [safety, authority], the reckless disregard of [others, society, laws], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση reckless στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'reckless'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης