receptionist

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈsɛpʃənɪst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈsɛpʃənɪst/ ,USA pronunciation: respelling(ri sepshə nist)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receptionist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person at front desk)υπάλληλος υποδοχής φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
  (καθομιλουμένη)ρεσεψιονίστ ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Please leave your visitor's badge with the receptionist.
 Παρακαλώ αφήστε την κάρτα επισκέπτη στην υπάλληλο υποδοχής.
 Παρακαλώ αφήστε την κάρτα επισκέπτη στη ρεσεψιονίστ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'receptionist' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση receptionist στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'receptionist'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης