receptacle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈsɛptɪkəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈsɛptəkəl/ ,USA pronunciation: respelling(ri septə kəl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receptacle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (container)δοχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Please dispose of your trash in the receptacles by your tables.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'receptacle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση receptacle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'receptacle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης