receivership

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈsiːvərʃɪp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈsivɚˌʃɪp/ ,USA pronunciation: respelling(ri sēvər ship′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receivership nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bankruptcy)πτώχευση, χρεοκοπία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)φαλιμέντο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση receivership στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'receivership'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης