receiver

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈsiːvər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈsivɚ/ ,USA pronunciation: respelling(ri sēvər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (telephone handset)ακουστικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The phone was ringing, so Laura picked up the receiver.
receiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: picks up signals)δέκτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The radio isn't working; I think the receiver is broken.
receiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football player) (αμερικάνικο ποδόσφαιρο)receiver, ρισίβερ ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The receiver caught the ball.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (bankruptcy administrator) (πτώχευσης)διαχειριστής, διαχειρίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (πτώχευσης)παραλήπτης, παραλήπτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The company's financial problems finally got so bad that they had to call in the receivers.
receiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (receiver of stolen goods)κλεπταποδόχος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The police accepted the owner of the jewellery shop had not taken part in the theft, but they still suspected him of being a receiver.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
phone receiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (telephone handset)ακουστικό τηλεφώνου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (επίσημο)τηλεφωνικός δέκτης επίθ + ουσ αρσ
receiver of stolen goods nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who handles [sth] stolen)κλεπταποδόχος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 In informal language a receiver of stolen goods is called a 'fence'.
telephone receiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (handset of a phone)δέκτης τηλεφώνου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
wide receiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football player) (αμερικάνικο ποδόσφαιρο)wide receiver ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'receiver' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [signal, satellite, television, wireless, digital] receiver, a car [stereo, radio] receiver, an [AV, HDTV, FM, AM] receiver, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση receiver στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'receiver'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης