receipt

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈsiːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/rɪˈsit/ ,USA pronunciation: respelling(ri sēt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (proof of payment)απόδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Larry paid for his shopping and the cashier handed him a receipt.
 Ο Λάρι πλήρωσε για τα ψώνια του και ο ταμίας του έδωσε την απόδειξη.
receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (proof that goods were received) (διαδικασία)παραλαβή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (έγγραφο)απόδειξη παραλαβής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Our records show receipt of the package last Wednesday.
 Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι έγινε παραλαβή του πακέτου την περασμένη Τετάρτη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acknowledge receipt of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (confirm you have received [sth] sent)βεβαιώνω λήψη ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please acknowledge receipt of this letter.
acknowledgment of receipt (US),
acknowledgement of receipt (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law: verification)επιβεβαίωση λήψης, επιβεβαίωση παραλαβής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
customer receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (packing slip) (για ιδιώτη πελάτη)απόδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
purchase receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slip or document: proof of payment)απόδειξη αγοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Acme Stores requires a purchase receipt if you wish to return something.
read receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (e-mail notification)αποδεικτικό ανάγνωσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
receipt book nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (book containing receipt slips)βιβλίο αποδείξεων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I should have a record of that purchase somewhere in my receipt book.
return receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document signed on receiving mail)απόδειξη παραλαβής ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
sales receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slip or document: proof of payment) (έγγραφο εξόφλησης)απόδειξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  απόδειξη πληρωμής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
tax receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (detailed proof of purchase for tax purposes)απόδειξη είσπραξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'receipt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the receipt [date, amount, number], [credit card, gasoline, purchase, store, shopping] receipts, would you like your receipt?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση receipt στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'receipt'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης