receding

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈsiːdɪŋ/


From the verb recede: (⇒ conjugate)
receding is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: receding, recede

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (becoming more distant)που απομακρύνεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (προς τα πίσω)που υποχωρεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The receding waters at low tide revealed garbage on the beach.
receding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (fading, becoming fainter) (μεταφορικά)που ξεθωριάζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Nancy was saddened by the receding memory of her dead mother.
receding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hairline: thinning at the front)που αραιώνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Dennis believes that taking vitamin supplements will cure his receding hair.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
recede viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move further away)απομακρύνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)τραβιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (προς τα πίσω)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The flood water has receded far enough for residents to go back home.
 Τα νερά της πλημμύρας έχουν υποχωρήσει αρκετά, ώστε οι κάτοικοι να μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
recede viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (grow fainter) (μεταφορικά)ξεθωριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My memories of the place are receding fast.
recede viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (hairline: go thin at the front)αραιώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 His hair began to recede when he was just 25.
recede viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (chin: not be prominent)χάνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The fat around his neck made his chin recede.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
receding | recede
ΑγγλικάΕλληνικά
have a receding hairline v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have hair thinning at the front) (στο μπροστινό μέρος του κρανίου)έχω αραίωση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Darren has a receding hairline; I expect he'll be completely bald by the time he's 50.
receding hairline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hair that is thinning at the front) (στο μπροστινό μέρος του κρανίου)αραίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Steve is self-conscious about his receding hairline.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'receding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση receding στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'receding'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης