recapture

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌriːˈkæptʃər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/riˈkæptʃɚ/ ,USA pronunciation: respelling(rē kapchər)


Inflections of 'recapture' (v): (⇒ conjugate)
recaptures
v 3rd person singular
recapturing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
recaptured
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
recaptured
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
recapture [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (catch again) (καθομιλουμένη)ξαναπιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συνήθως αστυνομία)συλλαμβάνω κπ ξανά, συλλαμβάνω κπ εκ νέου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (για ζώο ή αιχμαλωσία)αιχμαλωτίζω κτ/κπ ξανά, αιχμαλωτίζω κτ/κπ εκ νέου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The fisherman dropped the slippery fish, but then recaptured it.
recapture [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (feeling: experience again)ξαναζώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναβιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Everyone wants to recapture the happy moments of their youth.
recapture nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (taking back)νέα σύλληψη επίθ + ουσ θηλ
  ξαναπιάνω, ξανασυλλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εγώ ο ίδιος)ξαναπιάνομαι, ξανασυλλαμβάνουμα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Three days after his recapture, the prisoner escaped again.
 Τρεις μέρες αφού ξανασυνελλήφθει, ο φυλακισμένος απέδρασε ξανά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση recapture στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'recapture'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης