rash

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈræʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ræʃ/ ,USA pronunciation: respelling(rash)

Inflections of 'rash' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
rasher
adj comparative
rashest
adj superlative
Σε αυτή τη σελίδα: rash, skin rash

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (irritated skin)εξάνθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Maggie went to see the doctor about the rash on her leg.
 Η Μάγκι πήρε στον γιατρό για το εξάνθημα στο πόδι της.
rash adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unwise, without thought)βιαστικός, απερίσκεπτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Jeremy's rash decision to quit his job, before he'd even looked for something new, took everyone by surprise.
 Η βιαστική (or: απερίσκεπτη) απόφαση του Τζέρεμι να παρατήσει τη δουλειά του, πριν ακόμα ψάξει για νέα θέση, τους ξάφνιασε όλους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rash of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (string of events)σειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Police are reminding people to keep their doors and windows locked, following a rash of burglaries in the area.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skin rash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (red or spotty patch on the body)εξάνθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
rash | skin rash
ΑγγλικάΕλληνικά
diaper rash (US),
nappy rash (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(baby: skin irritation)σύγκαμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)σύγκαμα λόγω της πάνας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 We were afraid that the baby had chicken pox but it was only diaper rash.
heat rash (pathology) (επίσημο)θερινή ιδρώα επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)δρωτσίλες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
nettle rash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pathology)κνίδωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ουρτικάρια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rash' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: apply rash [cream, ointment], a [skin, poison ivy] rash, an [allergic, arm] rash, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rash στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'rash'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης