ram

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'ram', 'RAM': /ˈræm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ræm/ ,USA pronunciation: respelling(ram)

Inflections of 'ram' (v): (⇒ conjugate)
rams
v 3rd person singular
ramming
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
rammed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
rammed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ram nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male sheep)κριάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (σπάνιο)κριός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There were several ewes and one ram in the field.
 Στο χωράφι υπήρχαν αρκετές προβατίνες κι ένα κριάρι.
ram nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (battering device: to force entry)έμβολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πολιορκητικός)κριός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The police used a ram to gain entry to the house.
 Η αστυνομία χρησιμοποίησε ένα έμβολο για να αποκτήσει πρόσβαση στο σπίτι.
ram [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hit hard)βαράω, κοπανάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σπρώχνω με δύναμη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (για να επιτεθώ)εμβολίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Peter rammed the door, sending it flying open.
 Ο Πίτερ βάρεσε (or: κοπάνησε) την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα.
ram [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (shove, push)σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Tina rammed Bernard out of her way. The rugby player rammed his opponent.
 Η Τίνα έσπρωξε τον Μπέρναρντ από τον δρόμο της.
ram [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stuff, cram)χώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Chris rammed the books into his bag.
 Ο Κρις έχωσε τα βιβλία στην τσάντα του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
battering ram nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device to force entry)πολιορκητικός κριός επίθ + ουσ αρσ
  (αστυνομία, άνοιγμα πορτών)κρουστικός κριός επίθ + ουσ ουδ
 The police used a battering ram to smash in the door of his flat.
ram [sth] down [sb]'s throat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (force, impose)επιβάλλω κτ σε κπ με το ζόρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασία)πρήζω κπ με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I wish they'd stop ramming their ideas down our throats.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ram' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [made, woven] from ram wool, [grazing, breeding, farm, field] rams, [keep, have] rams on the farm, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ram στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ram'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης