quitter

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkwɪtər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkwɪtɚ/ ,USA pronunciation: respelling(kwitər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quitter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, pejorative (person who concedes easily, defeatist)αυτός που τα παρατάει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, μτφ, προσβλ)κότα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο, μτφ, μειωτ)χέστης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He stayed on the team so others wouldn't call him a quitter.
 Έμεινε στην ομάδα για να μην πούνε οι άλλοι ότι τα παράτησε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quitter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'quitter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης