quince

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkwɪns/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kwɪns/ ,USA pronunciation: respelling(kwins)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quince nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit of the quince tree)κυδώνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It's not a pear; it's a quince.
quince,
quince tree
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fruit tree that bears quinces)κυδωνιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The cooked fruit of the quince tree is delicious.
quince n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (flavored with quince)με γεύση κυδώνι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The restaurant served quince jam with toast.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
quince jelly nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit preserve made with quince)κυδωνόπαστο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'quince' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quince στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'quince'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης