quilt

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkwɪlt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kwɪlt/ ,USA pronunciation: respelling(kwilt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quilt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (duvet: thick bed covering)πάπλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  καπιτονέ πάπλωμα επίθ + ουσ ουδ
 Wendy snuggled under the quilt, reluctant to leave its warmth on this cold morning.
 Η Γουέντι χώθηκε κάτω από το πάπλωμα και δεν ήθελε να αφήσει τη ζεστασιά του εκείνο το κρύο πρωινό.
quilt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bed cover, bedspread)κουβερλί ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (κρεβατιού)κάλυμμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Grace is making a quilt for her daughter's bed.
 Η Γκρέις φτιάχνει ένα κάλυμμα για το κρεβάτι της κόρης της.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quilt viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (stitch a bed cover)ράβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κατά λέξη)καπιτονάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Larry is learning to quilt.
quilt [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pad: a blanket, etc.)ράβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατά λέξη)καπιτονάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ben quilted the blanket.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
continental quilt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (duvet)πάπλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
patchwork quilt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cover sewn from patches of cloth)πάπλωμα με διάφορα σχέδια ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κουρελού ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Patchwork quilts represent one of the few forms of art available to women in the early days of the American West.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'quilt' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a quilt [pattern, pillow, block, square], a [handmade, stitched, down, feather] quilt, a baby quilt, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quilt στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'quilt'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης