quiff

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkwɪf/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kwif )

Inflections of 'quiff' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
quiffs
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (All usages)
quiff
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (For the woman or vulva senses)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quiff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (1950s hairstyle) (χτένισμα)quiff ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quiff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, regional, dated (promiscuous woman) (καθομιλουμένη, υβριστικό)τσούλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
quiff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, vulgar, regional, dated (vulva) (καθομιλουμένη, χυδαίο)μουνί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quiff στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'quiff'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης