quiet

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkwaɪət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkwaɪɪt/ ,USA pronunciation: respelling(kwīit)

Inflections of 'quiet' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
quieter
adj comparative
quietest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not noisy) (δεν έχει θόρυβο)ήσυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (δεν κάνει θόρυβο)αθόρυβος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Libraries are quiet places.
 Οι βιβλιοθήκες είναι ήσυχες.
quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not loud)σιγανός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)χαμηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Oscar has a quiet voice. I listened to the quiet murmur of the stream in the background.
quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (calm, peaceful)ήσυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I looked for a quiet spot in the park.
 Έψαχνα για ένα ήσυχο σημείο στο πάρκο.
quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: gentle, reserved) (μεταφορικά)ήσυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Sam is a quiet man.
 Ο Σαμ είναι ένας ήσυχος άνθρωπος.
quiet viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be quiet)ησυχία επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Quiet! People are taking a test.
 Ησυχία! Κάποιοι γράφουν εξετάσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lacking customers) (μεταφορικά)πεσμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Business had been quiet for months.
quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not eye-catching)διακριτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  λιτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)ήσυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She wore a quiet dress to the funeral.
quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hidden)ήσυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 They found a quiet glade in the forest, and stopped to rest there.
quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (enjoyed in peace)ήσυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  με την ησυχία μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I like a quiet cup of coffee in the morning.
quiet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack of noise)ησυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ποιητικό, λογοτεχνικό)σιγαλιά. σιγή, σιωπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The quiet in the library was relaxing.
quiet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (calm, tranquillity)ησυχία, ηρεμία, γαλήνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I'm looking for some peace and quiet.
quiet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack of disturbances)ησυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Mom enjoys the quiet of an empty house.
quiet viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become quiet)ησυχάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The crowd quieted when the concert began.
quiet vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make quiet)ησυχάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The father quieted his baby's crying.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
quiet down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (stop talking so loudly)κάνω ησυχία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ησυχάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Please quiet down! I can't hear myself think over your chatter.
quiet down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (become less active)έχω λιγότερη κίνηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά: η κίνηση σε κτ)ηρεμώ, ησυχάζω, πέφτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The shops always quiet down after the New Year.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
be quiet viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (stop talking, not speak)είμαι ήσυχος, δεν μιλάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Once they started drawing with their crayons, the children were very quiet.
 Τα παιδιά ήταν πολύ ήσυχα μόλις άρχισαν να ζωγραφίζουν με τις κηρομπογιές τους.
be quiet interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (stop talking or making a noise)μην μιλάς ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Be quiet! I can't hear what the teacher is saying!
 Μην μιλάς! Δεν μπορώ να ακούσω τι λέει ο δάσκαλος!
deathly quiet adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (eerily calm or silent)τρομακτικά ήσυχος επίρ + επίθ
  (μέρος)που επικρατεί νεκρική σιγή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
deathly quiet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (eerie calm or silence)νεκρική σιγή επίθ + ουσ θηλ
  τρομακτική ησυχία επίθ + ουσ θηλ
keep [sth/sb] quiet vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (prevent from making noise)κάνω ησυχία, δεν κάνω θόρυβο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Please try to keep those children quiet - this is a house of prayer, not a playground! LIttle animals keep quiet until their predators are gone.
keep quiet vi + adj (person: say nothing) (καθομιλουμένη)κρατάω το στόμα μου κλειστό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δε μιλάω, δε λέω τίποτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I really didn't feel like arguing the point with the boss so I just kept quiet.
keep quiet vi + adj informal (not reveal a secret)κρατάω μυστικό, δεν βγάζω τσιμουδιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If I tell you my secret, can I trust you to keep quiet?
keep quiet viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (remain quiet)μένω σιωπηλός, κάνω ησυχία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I really didn't feel like arguing the point with the boss so I just kept quiet.
peace and quiet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (calm, lack of interruptions)ηρεμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τάξη και ασφάλεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
quiet time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (period of silent reflection)χρόνος περισυλλογής φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  ώρα περισυλλογής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
quiet title nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: property right)νομικώς τακτοποιημένος τίτλος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'quiet' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: quiet the [crowd, audience, room], the (early) [morning, afternoon, evening] quiet, (please) be quiet, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quiet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'quiet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης