quarry

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkwɒri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkwɔri, ˈkwɑri/ ,USA pronunciation: respelling(kwôrē, kworē)

Inflections of 'quarry' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": quarries
Inflections of 'quarry' (v): (⇒ conjugate)
quarries
v 3rd person singular
quarrying
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
quarried
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
quarried
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
quarry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (open pit)λατομείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)νταμάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When Helen needed some gravel for her driveway, she bought it from a nearby quarry.
 Όταν η Έλεν χρειάστηκε χαλίκι για να στρώσει το ιδιωτικό δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι της, το αγόρασε από ένα λατομείο της περιοχής.
quarry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hunted animal, prey)θήραμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  λεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The hounds could smell their quarry.
 Τα κυνηγόσκυλα μπορούσαν να μυρίσουν το θήραμά τους.
quarry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] sought after)στόχος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  σκοπός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Brian had been working towards the top job for years and now he sensed he was closing in on his quarry.
 Ο Μπράιαν εργαζόταν για χρόνια αποσκοπώντας στην υψηλότερη θέση εργασίας και ένιωθε πλέον ότι πλησίαζε τον στόχο του.
quarry [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (excavate) (έμφαση στη διαδικασία)σκάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (έμφαση στην απόκτηση υλικού)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιος)εκσκάπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 18th-century quarrymen used picks and crowbars to quarry stone.
 Τον 18ο αιώνα, οι εργάτες των λατομείων χρησιμοποιούσαν αξίνες και λοστούς για να βγάλουν πέτρες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
rock quarry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (open pit)λατομείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  νταμάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The rock quarry is located in Eno State Park.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'quarry' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the quarry road, a [marble, limestone, granite, gravel] quarry, an old quarry, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση quarry στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'quarry'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης