Σε αυτή τη σελίδα: pusher, drug dealer
Ο όρος 'pusher' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'drug dealer'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'pusher' is an alternate term for 'drug dealer'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pusher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (drug seller) (μτφ, αργκό: ναρκωτικά)βαποράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The mother was worried that her son might be a pusher.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drug dealer,
dealer,
pusher,
drug peddler,
peddler
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] who sells illegal drugs)έμπορος ναρκωτικών φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
  λαθρέμπορος ναρκωτικών φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
 The drug dealer was arrested after he tried to sell heroin to a police officer.
 Ο έμπορος ναρκωτικών συνελήφθη, αφού προσπάθησε να πουλήσει ηρωίνη σε έναν αστυνομικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
pusher | drug dealer
ΑγγλικάΕλληνικά
dope pusher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (drug dealer)έμπορος ναρκωτικών φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
pen pusher,
pen-pusher,
penpusher
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
pejorative, slang ([sb] who does clerical work)καλαμαράς, χαρτογιακάς, γραφιάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 In the 1930s, this office was full of pen pushers: now the work is all done by one person with a computer.
pencil pusher,
pencil-pusher
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
slang, pejorative ([sb] who does clerical work)καλαμαράς, χαρτογιακάς, γραφιάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 We do all the dirty work while those pencil pushers do nothing!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pusher στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pusher'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης