Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

purchase pattern


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο purchase παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: pattern

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
purchase [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slightly formal (buy)αγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ψωνίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I purchased some office supplies yesterday.
 Αγόρασα (or: ψώνισα) υλικά γραφείου χτες.
purchase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] bought)αγορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 At the end of his shopping trip, he was very pleased with his purchases.
 Τελειώνοντας την εξόρμησή του στα μαγαζιά ήταν πολύ ικανοποιημένος με τις αγορές του.
purchase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (act of buying) (διαδικασία)αγορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The purchase went quickly.
 Η αγορά έγινε γρήγορα.
purchase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grip, hold)κράτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The car skidded wildly as the tyres failed to get a purchase on the wet road.
 Το αυτοκίνητο γλίστρησε πολύ αφού τα λάστιχα δεν είχαν καλό κράτημα στον βρεγμένο δρόμο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
purchase [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (acquire)αγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I purchased two new properties today.
purchase [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (gain through bribery) (μεταφορικά)αγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When he failed to respond to questioning, they suspected someone had purchased his silence.
purchase [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slightly formal (be adequate to buy)φτάνω για, επαρκώ για περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 One Euro purchases little more than a cup of coffee.
 Ένα ευρώ φτάνει για λίγο παραπάνω από ένα φλυτζάνι καφέ.
 Με ένα ευρώ μπορεί κανείς να αγοράσει κάτι παραπάνω από ένα φλυτζάνι καφέ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
advance purchase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (booking ahead at cheap rate)αγορά εκ των προτέρων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αγορά αρκετό καιρό νωρίτερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Airlines usually give you a cheaper fare for advance purchase.
compulsory purchase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (seizing of property) (ιδιοκτησίας)απαλλοτρίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
hire purchase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (buying [sth] by installments)αγορά με δόσεις φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
HP nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, initialism (law: hire-purchase)αγορά με δόσεις φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
installment plan (US),
instalment plan (Can,
UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(finance: payment in installments)πλάνο δόσεων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
make a purchase v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (buy [sth])πραγματοποιώ μια αγορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
purchase agreement,
purchasing agreement
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(contract to buy goods)σύμβαση αγοράς, συμφωνία αγοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  συμφωνητικό αγοράς φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
purchase ledger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (accounting record) (λογιστικά)βιβλίο αγορών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
purchase order nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document requesting to buy [sth])εντολή αγοράς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We have received your purchase order and will dispatch the goods immediately.
purchase price nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cost at which [sth] is bought)τιμή αγοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (επίσημο)τιμή κτήσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Over the years, the purchase price for a new car has risen significantly.
purchase receipt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slip or document: proof of payment)απόδειξη αγοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Acme Stores requires a purchase receipt if you wish to return something.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση purchase pattern στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'purchase pattern'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης