WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Psalm nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Bible: sacred verse)Ψαλμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My pastor frequently quotes Psalm 92.
psalm nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sacred verse)ψαλμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Psalms nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (book in Bible)οι Ψαλμοί άρθ ορ + ουσ αρσ πλ
 Psalms is the longest book in the Bible.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση psalm στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'psalm'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης