propellant

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/prəˈpɛlənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/prəˈpɛlənt/ ,USA pronunciation: respelling(prə pelənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
propellant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gas in aerosol spray)προωθητικό αέριο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (καθομιλουμένη)αεροζόλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
propellant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (explosive charge)προωστική ύλη επίθ + ουσ θηλ
  προωστικό επίθ ως ουσ ουδ
  προωθητικό επίθ ως ουσ ουδ
  προωθητικό καύσιμο επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση propellant στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'propellant'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης