profusion

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/prəˈfjuːʒən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/prəˈfyuʒən/ ,USA pronunciation: respelling(prə fyo̅o̅zhən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
profusion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (copious quantity)πληθώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση profusion στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'profusion'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης