profane

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/prəˈfeɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/prəˈfeɪn, proʊ-/ ,USA pronunciation: respelling(prə fān, prō-)

Inflections of 'profane' (v): (⇒ conjugate)
profanes
v 3rd person singular
profaning
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
profaned
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
profaned
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
profane adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (vulgar, offensive)χυδαίος, αισχρός, βλάσφημος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The profane television show is offensive to women.
profane adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (secular, not sacred) (μη θρησκευτικός)εγκόσμειος, κοσμικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The religious school did not allow profane subjects in the curriculum.
profane [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (violate [sth] sacred)βεβηλώνω, μιαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jeff profaned the bible by reading it on the toilet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
profane language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (obscenities, rude words)βλάσφημη γλώσσα, αισχρολογία, χυδαιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Don't use profane language around children!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'profane' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση profane στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'profane'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης