prevail

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/prɪˈveɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/prɪˈveɪl/ ,USA pronunciation: respelling(pri vāl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prevail viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be predominant)επικρατώ, κυριαρχώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The customs that prevail in that country seem very strange to foreigners.
 Οι παραδόσεις που επικρατούν σε εκείνη τη χώρα φαντάζουν πολύ περίεργες στους ξένους.
prevail over [sth/sb] vi + prep (triumph over, be greater than) (με γενική)επικρατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υπερισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The center-right party prevailed over the Socialists in the latest elections.
 Το κεντροδεξιό κόμμα επικράτησε των Σοσιαλιστών στις τελευταίες εκλογές.
prevail over [sth/sb] vi + prep (win over other options) (με γενική)επικρατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υπερισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κερδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Maggie and Linda couldn't decide what car to buy, but finally, the Audi prevailed over the Renault.
 Η Μάγκυ και η Λίντα δεν μπορούσαν να αποφασίσουν τι αυτοκίνητο να αγοράσουν, αλλά τελικά το Audi επικράτησε του Renault.
prevail on [sb] to do [sth],
prevail upon
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(persuade: [sb] to do [sth])επιβάλλομαι σε κπ για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πείθω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He prevailed on the jury to hear of his innocence, but they labelled him guilty anyway.
 Προσπάθησε να επιβάλλει την αθωότητά του στους ενόρκους, αλλά τον έβγαλαν ένοχο ούτως ή άλλως.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prevail viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sport: win)επικρατώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κυριαρχώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κερδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It was a hard fought match, but the home team prevailed in the end.
prevail viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (win)επικρατώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κυριαρχώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κερδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 William and Polly debated the point for hours, but in the end, it was Polly's opinion that prevailed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'prevail' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: prevail in the end, prevail in [Britain, Russia], prevail in [my, this] case, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση prevail στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'prevail'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης