pressurize

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈprɛʃəraɪz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈprɛʃəˌraɪz/ ,USA pronunciation: respelling(preshə rīz′)

Inflections of 'pressurize' (v): (⇒ conjugate)
pressurizes
v 3rd person singular (US & UK)
pressurizing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (US & UK)
pressurized
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US & UK)
pressurized
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US & UK)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pressurize [sth],
also UK: pressurise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(subject [sth] to high pressure) (δημιουργώ περιβάλλον υψηλής πίεσης)συμπιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 By pressurizing the cabin, the aircraft was made safe for passengers.
pressurize [sb],
also UK: pressurise [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(harass, coerce [sb](μεταφορικά)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ασκώ πίεση σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Erin pressurized her boyfriend to get married.
pressurize [sb] into [sth],
also UK: pressurise [sb] into [sth]
vtr + prep
(coerce [sb] into [sth](κάποιον να κάνει κάτι)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο έντονο)αναγκάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι σε κάποιον)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jeffery pressurized his wife into motherhood when she was not ready.
 Ο Τζέφρυ πίεσε τη γυναίκα του να γίνει μητέρα ενώ δεν ήταν έτοιμη.
pressurize [sb] into doing [sth],
also UK: pressurise [sb] into doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(coerce [sb] into doing [sth](κάποιον να κάνει κάτι)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο έντονο)αναγκάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον να κάνει κάτι)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The schoolboys pressurized Danny into playing a prank on their teacher.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pressurize' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pressurize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pressurize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης