pressing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈprɛsɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈprɛsɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(presing)

Σε αυτή τη σελίδα: pressing, press

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pressing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (urgent)επείγων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)που πιέζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που επείγει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This problem is pressing, so please could you deal with it as soon as possible.
pressing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of pressing)πάτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)σύνθλιψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They say that the olive oil from the first pressing is best.
pressing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (CD, record: edition)αντίτυπο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Record collectors usually prefer first editions to later pressings.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pressing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (persistent)επίμονος, πιεστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Sophie really didn't want to go out for dinner with Mark and ignored his pressing invitations.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
press viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (push)σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pressed against the table to get it to move.
 Έσπρωξε το τραπέζι για να το κάνει να κινηθεί.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (key: push down)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pressed the delete key.
 Πίεσε το πλήκτρο του υπολογιστή.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (button: depress)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pressed the button to ring the doorbell.
 Πίεσε το κουμπί για να χτυπήσει το κουδούνι.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (compress)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για να βγει υγρό)στύβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The more you press a wet sponge, the more water you will get out of it.
 Όσο περισσότερο στύβεις ένα βρεγμένο σφουγγάρι, τόσο περισσότερο νερό θα βγάλει.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (squeeze) (χυμός από φρούτο)στύβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εξαγωγή λαδιού από καρπό)εκθλίβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιέζω τον καρπό)συνθλίβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Press the oranges onto the juicer to make a healthy drink.
 Στύψε τα πορτοκάλια στον αποχυμωτή για να φτιάξεις ένα υγιεινό ρόφημα.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (push heavily on)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Would you press on my suitcase so I can close it?
 Μπορείς να πιέσεις τη βαλίτσα μου για να μπορέσω να την κλείσω;
the press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (news media)ο τύπος άρθ ορ + ουσ αρσ
 The prime minister's memo was leaked to the press.
 Το σημείωμα του πρωθυπουργού διέρρευσε στον τύπο.
the press nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (journalists)ο τύπος άρθ ορ + ουσ αρσ
 The President spent an hour briefing the press on his latest policy.
 Ο Πρόεδρος πέρασε μια ώρα ενημερώνοντας τον τύπο για τις νέες πολιτικές του.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (printing machine)πιεστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Newspapers are produced on a printing press.
 Οι εφημερίδες τυπώνονται σε πιεστήριο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: flattens clothes)πρέσα, πρέσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a trouser press and an iron in the hotel room.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: irons clothes) (μικρό, χειροκίνητο)σίδερο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεγάλο, σταθερό)πρέσα, πρέσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A steam press takes the effort out of ironing clothes.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manufacturing device)πρέσα, πρέσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Many metal components are stamped out of sheet metal on a giant press.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (publicity, coverage)σχόλια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (μεταφορικά)υποδοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ύπαρξη δημοσιευμάτων)κάλυψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He got good press for the act of charity.
 Έλαβε θετικά σχόλια για τη φιλανθρωπία του.
 Η φιλανθρωπία του έτυχε θερμής υποδοχής.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το πολιτικό σκάνδαλο έτυχε ευρείας κάλυψης από τον τύπο.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (racquet protector)θήκη ρακέτας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)θήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A tennis racquet should be stored in a press.
 Οι ρακέτες του τέννις θα έπρεπε να φυλάσσονται σε θήκες.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μου έκανε δώρο μία θήκη ράκετας για τέννις.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crowding together) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 There was a great press of people in the small lift compartment.
 Υπήρχε μεγάλος συνωστισμός στη μικρή καμπίνα του ανελκυστήρα.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crease, pleat) (παντελόνι)τσάκιση ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The sharp press in his trousers showed his concern for appearances.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urgency)πίεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (θέμα χρόνου)χρονική πίεση επίθ + ουσ θηλ
 The press of executing transactions made the trader's job stressful.
press [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (hurry) (κάποιον να κάνει κάτι)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βιάζω, πρεσάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, μεταφορικά)σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Gabrielle pressed her assistant to finish addressing the envelopes.
press [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (harass) (κάποιον να κάνει κάτι)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ζορίζω, πρεσάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bill collector presses debtors to pay, calling at all hours of the day.
 Ο εισπράκτορας πιέζει του οφειλέτες να πληρώσουν τηλεφωνώντας οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.
press for [sth] vi + prep figurative (insist)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (να γίνει κάτι)επιμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When the witness evaded the question, the prosecutor pressed for an answer.
 Όταν απέφυγε να απαντήσει ο μάρτυρας, ο ανακριτής τον πίεσε για μια απάντηση.
 Όταν απέφυγε να απαντήσει ο μάρτυρας, ο ανακριτής επέμεινε να πάρει απάντηση.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (iron)σιδερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I need to press these trousers. They're all rumpled.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hold close)σφίγγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)κολλάω β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 He pressed his lover to his chest.
press [sb] for [sth] vtr + prep (beg, entreat) (μεταφορικά)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pressed the court for a decision.
press [sb] for [sth] vtr + prep (hurry)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Time is running out, I'll have to press you for an answer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pressing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [latest, most recent] pressing, the pressing of the [band's, group's] [CD, record], the pressing was a total [success, flop], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pressing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pressing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης