Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

press down on


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο press παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: down | on

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
press viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (push)σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pressed against the table to get it to move.
 Έσπρωξε το τραπέζι για να το κάνει να κινηθεί.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (key: push down)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pressed the delete key.
 Πίεσε το πλήκτρο του υπολογιστή.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (button: depress)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pressed the button to ring the doorbell.
 Πίεσε το κουμπί για να χτυπήσει το κουδούνι.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (compress)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για να βγει υγρό)στύβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The more you press a wet sponge, the more water you will get out of it.
 Όσο περισσότερο στύβεις ένα βρεγμένο σφουγγάρι, τόσο περισσότερο νερό θα βγάλει.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (squeeze) (χυμός από φρούτο)στύβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εξαγωγή λαδιού από καρπό)εκθλίβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιέζω τον καρπό)συνθλίβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Press the oranges onto the juicer to make a healthy drink.
 Στύψε τα πορτοκάλια στον αποχυμωτή για να φτιάξεις ένα υγιεινό ρόφημα.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (push heavily on)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Would you press on my suitcase so I can close it?
 Μπορείς να πιέσεις τη βαλίτσα μου για να μπορέσω να την κλείσω;
the press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (news media)ο τύπος άρθ ορ + ουσ αρσ
 The prime minister's memo was leaked to the press.
 Το σημείωμα του πρωθυπουργού διέρρευσε στον τύπο.
the press nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (journalists)ο τύπος άρθ ορ + ουσ αρσ
 The President spent an hour briefing the press on his latest policy.
 Ο Πρόεδρος πέρασε μια ώρα ενημερώνοντας τον τύπο για τις νέες πολιτικές του.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (printing machine)πιεστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Newspapers are produced on a printing press.
 Οι εφημερίδες τυπώνονται σε πιεστήριο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: flattens clothes)πρέσα, πρέσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a trouser press and an iron in the hotel room.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: irons clothes) (μικρό, χειροκίνητο)σίδερο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεγάλο, σταθερό)πρέσα, πρέσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A steam press takes the effort out of ironing clothes.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manufacturing device)πρέσα, πρέσσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Many metal components are stamped out of sheet metal on a giant press.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (publicity, coverage)σχόλια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (μεταφορικά)υποδοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ύπαρξη δημοσιευμάτων)κάλυψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He got good press for the act of charity.
 Έλαβε θετικά σχόλια για τη φιλανθρωπία του.
 Η φιλανθρωπία του έτυχε θερμής υποδοχής.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το πολιτικό σκάνδαλο έτυχε ευρείας κάλυψης από τον τύπο.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (racquet protector)θήκη ρακέτας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)θήκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A tennis racquet should be stored in a press.
 Οι ρακέτες του τέννις θα έπρεπε να φυλάσσονται σε θήκες.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μου έκανε δώρο μία θήκη ράκετας για τέννις.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crowding together) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 There was a great press of people in the small lift compartment.
 Υπήρχε μεγάλος συνωστισμός στη μικρή καμπίνα του ανελκυστήρα.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crease, pleat) (παντελόνι)τσάκιση ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The sharp press in his trousers showed his concern for appearances.
press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urgency)πίεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (θέμα χρόνου)χρονική πίεση επίθ + ουσ θηλ
 The press of executing transactions made the trader's job stressful.
press [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (hurry) (κάποιον να κάνει κάτι)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βιάζω, πρεσάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, μεταφορικά)σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Gabrielle pressed her assistant to finish addressing the envelopes.
press [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (harass) (κάποιον να κάνει κάτι)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ζορίζω, πρεσάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bill collector presses debtors to pay, calling at all hours of the day.
 Ο εισπράκτορας πιέζει του οφειλέτες να πληρώσουν τηλεφωνώντας οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.
press for [sth] vi + prep figurative (insist)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (να γίνει κάτι)επιμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When the witness evaded the question, the prosecutor pressed for an answer.
 Όταν απέφυγε να απαντήσει ο μάρτυρας, ο ανακριτής τον πίεσε για μια απάντηση.
 Όταν απέφυγε να απαντήσει ο μάρτυρας, ο ανακριτής επέμεινε να πάρει απάντηση.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (iron)σιδερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I need to press these trousers. They're all rumpled.
press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hold close)σφίγγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)κολλάω β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 He pressed his lover to his chest.
press [sb] for [sth] vtr + prep (beg, entreat) (μεταφορικά)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pressed the court for a decision.
press [sb] for [sth] vtr + prep (hurry)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Time is running out, I'll have to press you for an answer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
press for [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (demand or request urgently)ζητώ κτ επιτακτικά, απαιτώ κτ επιτακτικά ρ μ + επίρ
  πιέζω για κτ ρ μ + πρόθ
 Campaigners are pressing for a change in the law.
press forward vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (crowd: advance)προχωράω, προχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The herd pressed forward, driven by fear of the men behind them.
press in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (make [sb] feel claustrophobic)πιέζω, καταπιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ζορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It felt like the walls were pressing in all around her.
press in on [sb] vi phrasal + prep figurative (make [sb] feel claustrophobic)πιέζω, στριμώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It felt as if the crowd was pressing in on Pat, and she began to panic.
press on,
press ahead
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
informal (continue, persevere) (με κάτι)συνεχίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάτι)συνεχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Despite the worsening weather conditions, the explorers decided to press on with their journey.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
AP nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (Associated Press)Associated Press ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
Associated Press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (news agency) (ειδησεογραφικό πρακτορείο)Associated Press ουσ ουδ ακλ
 The Associated Press is reporting that that two tornadoes hit central Louisiana.
bad press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (unfavourable publicity)κακή δημοσιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The actress received a lot of bad press as a result of her extreme political views.
bench press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (weight lifting)πάγκος άρσης βαρών ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Bruce is in the gym, training on the bench press.
complimentary press copy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (book: free to reviewers) (βιβλίου)δωρεάν αντίγραφο επίθ + ουσ ουδ
 The reviewer often sold his complimentary press copies to make some extra cash.
drill press (drilling)δράπανο κολονάτο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
drop forge,
drop hammer,
drop press
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(metallurgy: shapes metal)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
free press (uncensored press)ελευθεροτυπία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
freedom of the press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (right to print opinions)ελευθερία του τύπου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The reporter refused to tell the police who gave him the information, citing his rights under freedom of the press.
French-press coffee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (coffee brewed in a cafetière)γαλλικός καφές επίθ + ουσ αρσ
  καφές φίλτρου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (καθομιλουμένη)γαλλικός επίθ ως ουσ αρσ
 The coffee shop serves French-press coffee.
garlic press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kitchen tool for crushing garlic) (μαγειρική)πρέσα σκόρδου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Crush two cloves of garlic with a garlic press.
gutter press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, pejorative (sensationalist media)κίτρινος τύπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The gutter press is obsessed with celebrity gossip.
hand press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pressing machine worked manually)χειροκίνητη πρέσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My family uses their hand press to make homemade apple cider.
hand press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (printing press worked manually)χειροκίνητη τυπογραφική πρέσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Early newspapers were printed on a hand press.
hold a press conference,
hold a news conference
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(speak to media)δίνω συνέντευξη τύπου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The senator held a press conference to explain his new proposal.
hot off the press adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (newspaper: freshly printed)μόλις κυκλοφόρησε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The club's latest newsletter is hot off the press.
hot off the press adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (information: new) (μεταφορικά, ανεπίσημο)ζεστός-ζεστός φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)ολόφρεσκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The latest news hot off the press is that Alice is calling off the wedding.
hot press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device for treating paper, cloth)θερμή πρέσα, καυτή πρέσα, ζεστή πρέσα επίθ + ουσ θηλ
hot press [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use a hot press on [sth])βάζω κτ σε ζεστή πρέσα, περνάω κτ από ζεστή πρέσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
hot press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, regional (place for drying clothes)στεγνωτήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
hot press,
hot-press,
hot-pressed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(paper: treated, smooth)περασμένος από ζεστή πρέσα φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
permanent press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fabric: resistance to wrinkles)κατεργασία έτσι ώστε να μένει ατσαλάκωτος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective that precedes the noun
 Clothing with a permanent press shrinks in hot water.
permanent press,
permanent-press
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(fabric: resistant to wrinkles)κατεργασμένος έτσι ώστε να μένει ατσαλάκωτος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (μεταφορικά)ατσαλάκωτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 These permanent-press shirts do not need ironing.
press agency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (news-reporting organization)πρακτορείο ειδήσεων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Reuters is a well-known international press agency.
press agent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (public relations manager)εκπρόσωπος τύπου φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
 The actor's press agent has just released a statement.
press box nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (journalists' enclosure) (ζαργκόν: χώρος δημοσιογράφων)press box ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 To ensure a professional working environment, no family members or guests are permitted in the press box.
press charges vtr + npl (make formal accusation)υποβάλλω μήνυση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The actress reacted angrily to the magazine article and threatened to press charges.
press charges against [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accuse [sb] formally) (σε κάποιον)ασκώ δίωξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υποβάλλω μήνυση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάποιον)μηνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Η επιλογή εξαρτάται από τα συμφραζόμενα.
 The mining company pressed charges against the strikers.
press clipping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (newspaper cutting)απόκομμα από τον τύπο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Norma collects press clippings on her son's career as a professional footballer.
press conference,
news conference
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(meeting with journalists)συνέντευξη τύπου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  πρες κόνφερανς ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The senator took 28 questions during this morning's press conference.
press down vi + adv (apply pressure, depress [sth])πατάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ασκώ πίεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 To stop the car, put your foot on the brake and press down.
 Για να σταματήσεις το αυτοκίνητο, βάλε το πόδι σου στο φρένο και πάτα το.
press fit (machinery)πρεσαριστή συναρμογή επίθ + ουσ θηλ
press gang nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (forces military service)ομάδα εξαναγκασμού πολιτών για να καταταγούν στον στρατό β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The crew of the ship were supplied by the press gang.
press [sth] in,
press in [sth]
vtr + adv
(depress: a button, etc.)ωθώ, πιέζω, σπρώχνω, ζουλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: επίσης ζουλάω
 The doorbell is broken: you have to press it in hard to get it to work.
 Το κουδούνι είναι χαλασμένο και πρέπει να πιέσεις έντονα, για να το κάνεις να δουλέψει.
press kit,
press pack
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(media publicity pack)πακέτο συνοδευτικών εγγράφων τύπου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  ενημερωτικός φάκελος τύπου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The marketing department is preparing a press kit for the launch of the product.
press release nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (news update or bulletin)δελτίο τύπου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Jenkins authorized a press release denying the validity of the rumors.
 Ο Τζένκινς ενέκρινε ένα δελτίο τύπου, όπου αρνήθηκε την εγκυρότητα των διαδόσεων.
press section nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (journalists' enclosure)χώρος των δημοσιογράφων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The reporters claimed their seats in the press section.
press stud (UK),
popper (UK),
snap fastener (US)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(metal fastener)σούστα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The coat has press studs and a zip.
press the flesh v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (shake hands and mingle)σφίγγω το χέρι κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω χειραψία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The senator gave a speech and then pressed the flesh for a few minutes.
press-gang [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (forcefully persuade [sb])αναγκάζω, εξαναγκάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Rachel didn't really want to go on the trip, but the others press-ganged her.
press-gang [sb] into doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (forcefully persuade [sb] to do [sth])αναγκάζω κπ να κάνει κτ, εξαναγκάζω κπ να κάνει κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Louis was press-ganged into organizing the children's party.
press-on adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (attaches by pressing)πιεζόμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που πατιέται για να στερεωθεί, που πιέζεται για να στερεωθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pressroom,
press room
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(room for printing presses) (τυπογραφείο)χώρος πιεστηρίων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
pressroom,
press room
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(room for reporters)αίθουσα τύπου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
printing press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine)τυπογραφικό πιεστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Johannes Gutenberg invented the printing press.
tabloid press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (publisher of gossip) (μεταφορικά)κίτρινος τύπος επίθ + ουσ αρσ
 The tabloid press like to publish stories about celebrities.
trouser press nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (device for removing wrinkles from pants)συσκευή που απομακρύνει τις ζάρες από παντελόνια β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
wine press (wine making)οινοπιεστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (με τα πόδια)πατητήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση press down on στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'press down on'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης