preserve

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/prɪˈz3ːrv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/prɪˈzɝv/ ,USA pronunciation: respelling(pri zûrv)

Inflections of 'preserve' (v): (⇒ conjugate)
preserves
v 3rd person singular
preserving
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
preserved
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
preserved
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
preserve [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (protect from change)διατηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με δυσκολία)συντηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ακολουθώ)τηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Some people believe it is important to preserve traditions.
 Μερικοί πιστεύουν πως είναι σημαντικό να διατηρούμε τις παραδόσεις.
preserve [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (maintain)συντηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διατηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In renovating the hotel, we have tried to preserve a sense of its 100-year history.
 Κατά την ανακαίνιση του ξενοδοχείου πρέπει να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε την αύρα της 100ετούς ιστορίας του.
preserve,
preserves
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
usually plural (preserved food) (φρούτα)κομπόστα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λαχανικά)τουρσί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (συνήθως βιομηχανικό)κονσέρβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's important to sterilize your jars properly when making preserves.
 Είναι σημαντικό να αποστειρώνεις σωστά τα βάζα σου όταν φτιάχνεις κομπόστες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
preserve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (domain) (πλεονέκτημα)προνόμιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθήκον)αρμοδιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (εξειδίκευση)τομέας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 In its early days, before low-cost airlines, air travel was the preserve of the wealthy.
preserve [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (keep up)διατηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  τηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jane preserved an outward show of indifference, even though she was furious inside.
preserve [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (food)συντηρώ, διατηρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 David preserved the vegetables in brine.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
wildlife preserve,
wildlife reserve
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(conservation area)καταφύγιο άγριων ζώων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Of course, hunting will never be allowed in the wildlife preserve.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'preserve' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [strawberry, peach] preserves, [make, can] preserves (at home), spread preserves [over, on], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση preserve στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'preserve'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης