Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

power assist


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο power παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: assist

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (force)δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He used the sledgehammer with great power, splitting the log with a single blow.
 Χειρίστηκε τη βαριοπούλα με μεγάλη δύναμη, και έσχισε το κούτσουρο με ένα χτύπημα.
powers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (faculties, esp. mental)δυνάμεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (διανοητικές)ικανότητες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Although he was a great writer, towards the end his powers waned.
 Παρόλο που ήταν καταπληκτικός συγγραφέας προς το τέλος οι ικανότητές του μειώθηκαν.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (energy)ενέργεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ισχύς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This battery still has power.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα χρησιμοποιήσουμε την μπαταρία για πηγή ενέργειας.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electricity)ρεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)ηλεκτρικό ρεύμα επίθ + ουσ ουδ
 The house lost power for three hours last night. We had to use candles and couldn't watch TV.
 Το ρεύμα έπεσε για τρεις ώρες στο σπίτι χθες. Χρειάστηκε να ανάψουμε κεριά και δεν μπορούσαμε να δούμε τηλεόραση.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lens) (φακός)οπτικό ζουμ επίθ + ουσ ουδ
  μεγεθυντική ικανότητα επίθ + ουσ θηλ
 That lens has a power of 10x.
 Αυτός ο φακός έχει οπτικό ζουμ 10x.
 Αυτός ο φακός έχει μεγεθυντική ικανότητα 10x.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (authority)δύναμη, εξουσία, ισχύς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The owner of the company has the power to fire any workers if he needs to.
 Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας έχει την εξουσία να απολύσει όποιον εργαζόμενο θέλει, άμα χρειαστεί.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (political control)εξουσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 After winning the election, the democrats took power.
 Οι δημοκρατικοί ανέλαβαν την εξουσία όταν κέρδισαν τις εκλογές.
power [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (supply energy to)κινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (γενικά)παρέχω ενέργεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τροφοδοτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The wind powers the electrical generator.
 Ο άνεμος κινεί την ηλεκτρική γεννήτρια.
power [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (drive, give energy to) (μεταφορικά)οδηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The midfielder powered the winning football team to victory.
 Ο μέσος οδήγησε την ποδοσφαιρική ομάδα στη νίκη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: right)δικαίωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The law says that the landlord has the power to evict you from the house if you don't pay the rent.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physical ability)δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He doesn't have the power to lift his arm over his head.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (faculty, ability)ικανότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (για κάτι θετικό)χάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She seems to have the power to make everyone fall in love with her.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nation)δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 France was once a great power, and remains highly influential in world affairs.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (powerful person, group)εξουσία, δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)μεγάλο κεφάλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He is the real power in that government, not the prime minister.
 Αυτός έχει στην πραγματικότητα την εξουσία στην κυβέρνηση, όχι ο πρωθυπουργός.
 Αυτός είναι στην πραγματικότητα το μεγάλο κεφάλι στην κυβέρνηση, όχι ο πρωθυπουργός.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military force) (στρατιωτική)δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The army used overwhelming power to defeat the enemy.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physics: energy transfer) (μόνο ενικός)ισχύς ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In physics, power is a measure of energy transfer during a time period.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mechanical energy)ενέργεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The internal combustion engine creates power for cars.
power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (math)δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  εις την έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Two to the power of three (2³) is eight.
 Η τρίτη δύναμη του δύο (2³) είναι το οκτώ.
 Δύο εις στην τρίτη (2³) κάνει οκτώ.
powers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (divinity, deity)δυνάμεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 May the celestial powers grant you long life!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
power down vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (computer: switch off) (Η/Υ)σβήνω, κλείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 At the end of the working week, the computer should be powered down; you should also power it down during holidays.
power down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (computer: be switched off)σβήνω, κλείνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
power [sth] off,
power off [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(computer: shut down) (Η/Υ)σβήνω, κλείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Before leaving the office, I always power off my computer. Never forget to power your computer off before you go home for the night.
 Πριν φύγω από το γραφείο σβήνω πάντοτε τον υπολογιστή μου. Ποτέ μην ξεχνάτε να κλείσετε τον υπολογιστή σας πριν πάτε σπίτι στο τέλος της ημέρας.
power up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (computing, etc.: turn on, start)ανάβω, ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
power up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (computer: be switched on)ανοίγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
absolute power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (total control, authoritarianism)απόλυτος έλεγχος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Hitler maintained absolute power in Nazi Germany.
abuse of power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (using authority for own benefit)κατάχρηση εξουσίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Violence against children is an abuse of power.
air power (military)αεροπορικές δυνάμεις επίθ + ουσ θηλ
  δυνάμεις από αέρος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  αεροπορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
atomic power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nuclear energy)ατομική ενέργεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Atomic power is usually called nuclear power.
balance of power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (between nations)ισορροπία δυνάμεων, εξισορρόπηση δυνάμεων ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The balance of power shifted when the king became ill, with parliament becoming more independent.
bargaining power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (influence in negotiating deals)διαπραγματευτική δύναμη επίθ + ουσ θηλ
brain power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intellectual or mental capacity)νοημοσύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Eating fish is supposed to increase one's brain power.
braking power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strength of vehicle's brakes)δύναμη πέδησης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
buying power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spending money)αγοραστική δύναμη επίθ + ουσ θηλ
buying power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (value of money)αγοραστική δύναμη επίθ + ουσ θηλ
drawing power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to attract people)ιδιότητα του να τραβάω τον κόσμο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 We use celebrities in the ads because they have great drawing power.
 Χρησιμοποιούμε σελέμπριτις στις διαφημίσεις γιατί τραβάνε τον κόσμο.
drunk on power,
drunk with power
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal, figurative (abusing influence) (μεταφορικά)μεθυσμένος από την εξουσία φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Durable Power of Attorney nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal right: act for [sb])μόνιμο πληρεξούσιο επίθ + ουσ ουδ
electric power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electricity used as power)ηλεκτρικό ρεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
firepower,
fire power,
fire-power
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(weapons capability)δύναμη πυρός β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
flower power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (1960s hippy movement)κίνημα των χίπηδων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
a force to be reckoned with,
a power to be reckoned with
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth/sb] powerful)που δεν πρέπει να τον πάρεις αψήφιστα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When Angela gets angry, she is a force to be reckoned with.
full power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heat, etc.: highest setting)στην υψηλότερη σκάλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)στο δυνατό, στο φουλ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: φουλ: ξενικό, άκλιτο
 Microwave your soup at full power for 1 minute to re-warm it.
full power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (complete authority)πλήρης εξουσιοδότηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
great power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (authority and influence)μεγάλη ισχύς, επιρροή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Church had great power over the population in the past.
great powers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (politics: leading states) (πολιτική)μεγάλες δυνάμεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The great powers will take up the question at the UN next week.
 Οι μεγάλες δυνάμεις θα δεχθούν την ερώτηση στον ΟΗΕ την επόμενη εβδομάδα.
have power viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (have control or influence)έχω εξουσία/επιρροή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The army may have power right now, but they cannot govern forever without the consent of the people.
have power over vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be able to control or influence)έχω εξουσία/επιρροή σε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 His wife has power over him because she is the family's breadwinner.
have the power viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be authorized: to do [sth])έχω εξουσία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You are a policeman and you have the power to arrest him.
hiding power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paint: opacity)καλυπτική ικανότητα επίθ + ουσ θηλ
  καλυπτικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Cheap paint has such low hiding power that you will need three coats to cover a dark blue wall.
hungry for power adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (aggressively ambitious)που διψάει για εξουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φιλόδοξος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  υπερβολικά φιλόδοξος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
hydraulic power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (energy generated by water)υδραυλική ενέργεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
hydroelectric power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electricity generated by water)υδροηλεκτρική ενέργεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Hydroelectric power is a clean way of producing energy as it does not use fossil fuels.
in power exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (holding office, having authority)στην εξουσία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
in your power advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (within your control)στην αρμοδιότητα σου, που εξαρτάται από εσένα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It is in your power to help me get a job.
inherent power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (natural ability)έμφυτη ικανότητα επίθ + ουσ θηλ
inherent power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (authority not derived from another)αυτεπάγγελτη εξουσία επίθ + ουσ θηλ
 Only Parliament has the inherent power to make laws.
intellectual power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intelligence, brainpower)ευφυία, νοημοσύνη, πνευματική ικανότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
levers of power nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (control) (μεταφορικά)μοχλοί της εξουσίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The party now has its hands on the levers of power.
lose power vtr + n (grow weaker)εξασθενώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The car engine began to lose power as we climbed the hill.
lose power vtr + n (lose authority)χάνω την εξουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You can be sure this government will lose power in the next election.
manpower,
man-power
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(workforce)ανθρώπινο δυναμικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
manpower,
man-power
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(number of workers)ανθρώπινο δυναμικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
misuse of power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (abuse of authority)κατάχρηση εξουσίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
nuclear power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (atomic energy)πυρηνική ενέργεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Nuclear power is another alternative energy source to consider.
nuclear power plant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (factory that generates atomic energy)εργοστάσιο παραγωγής πυρηνικής ενέργειας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
party in power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (political party that is in government)κυβερνών κόμμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 In Britain, the Conservative Party was the party in power at the outbreak of the Second World War.
pedal power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (use of a cycle)μετακίνηση με ποδήλατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pedal power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (energy generated by cycling)ισχύς ποδηλάτου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
people power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (community action)λαϊκή δύναμη, λαϊκή εξουσία επίθ + ουσ θηλ
  δύναμη του λαού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
power adaptor,
power adapter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(power plug for an electrical device)προσαρμογέας ρεύματος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  αντάπτορας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
power brake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (automotive)σερβόφρενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
power broker,
also US: powerbroker
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(powerful person who uses influence)αυτός που κινεί τα νήματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αυτός που έχει την εξουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
power cable nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electricity supply line)καλώδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 As there was no mains supply on the camp site, we had to run a power cable from a generator.
power consumption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (energy use)κατανάλωση ενέργειας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Power consumption in big cities is generally much higher that in smaller towns. These days I try to control my power consumption by switching off lights I'm not using.
 Η κατανάλωση ενέργειας στις μεγάλες πόλεις είναι γενικά πολλή μεγαλύτερη απ' ότι στις μικρότερες πόλεις..
power cord nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical cable)καλώδιο ρεύματος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
power cut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (break in electricity supply)διακοπή ρεύματος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I lost the file I was working on when there was a sudden power cut. After the power cut to that part of the city, many people went into a panic.
 Έχασα το αρχείο πάνω στο οποίο δούλευα όταν έγινε ξαφνικά διακοπή ρεύματος.
power drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrically-operated tool for making holes)ηλεκτρικό τρυπάνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A power drill is much more efficient than a hand drill. It's not a bad idea to wear goggles whenever you're working with tools like power drills.
 Δεν είναι κακή ιδέα να φοράμε προστατευτικά γυαλιά κάθε φορά που χρησιμοποιούμε εργαλεία όπως το ηλεκτρικό τρυπάνι.
power failure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electricity outage)διακοπή ρεύματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 We had no air conditioning for four hours due to the power failure.
power line nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electricity supply cable)καλώδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When lightning struck a nearby power line, our neighbourhood suffered a blackout for several days. Hundreds of homes were without electricity last night after a storm took down power lines.
 Όταν ένας κεραυνός χτύπησε ένα κοντινό καλώδιο, η γειτονιά μας έμεινε χωρίς ηλεκτρικό για αρκετές μέρες.
power loom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine for weaving textiles)μηχανικός αργαλειός επίθ + ουσ αρσ
power meter,
electricity meter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(measures electricity supplied)ισχυόμετρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μετρητής ισχύος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
power meter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measures electricity in a circuit)ισχυόμετρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μετρητής ισχύος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
power meter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measures bike rider's effort) (σε ποδήλατο)βατόμετρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
power of appointment (law)εξουσία διορισμού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
power of attorney nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal right to act for [sb])πληρεξουσιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jones had given his wife power of attorney.
 Ο Τζόουνς έδωσε πληρεξουσιότητα στη γυναίκα του.
power of suggestion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hypnosis)αυθυποβολή, ύπνωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  υπνωτισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The hypnotist was able to make participants do funny things by using the power of suggestion.
power of suggestion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (influence on thoughts)επιρροή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Sexy TV ads are designed to make you want to buy things through the power of suggestion.
power outlet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical socket)πρίζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The room was built with power outlets on every wall.
power pack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical adaptor, converter)ηλεκτρικός μετασχηματιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 This power pack's losing its charge: I'll be needing a new one soon.
power plant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (factory where energy is generated)εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 John works at the power plant. The local power plant was fined for emitting too much pollution.
 Ο Τζον δουλεύει στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
 Επιβλήθηκε πρόστιμο για υπέρμετρη εκπομπή ρύπων στον τοπικό ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό.
power play nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (move aimed at taking control)κίνηση ισχύος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
power plug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical adaptor, converter)ηλεκτρικός μετασχηματιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A power plug is something you plug into an electrical outlet.
power point nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical socket)ρευματοδότης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)πρίζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
power pump nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pump powered by hydraulics)υδραυλική αντλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
power reactor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nuclear generator that produces electricity)ηλεκτρικός αντιδραστήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 France produces most of its electricity with power reactors.
power saw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrically-powered saw)δισκοπρίονο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I can't cut straight with a hand saw, but a power saw makes it easy.
power source nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] that supplies energy)πηγή ενέργειας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Given that oil supplies are finite, we need to find alternative power sources.
power station nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (factory where energy is generated)εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 In 1900 the town had its own power station to provide electricity for some businesses and homes.
power steering nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engine-assisted steering system)υδραυλικό τιμόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I can't even remember what driving was like before power steering was invented.
power strip (electrical extension lead)πολύπριζο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You can plug your PC, monitor, and so on into a power strip.
power structure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (system of authority)δομή εξουσίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
power struggle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fight to take control)μάχη για την εξουσία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
power supplier,
energy supplier
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electricity/gas company)πάροχος ενέργειας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
power supply nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (source of energy)πηγή ενέργειας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
power to act nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: right to intervene)δικαιοδοσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
power to act nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (authority to take action)δικαιοδοσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Power to the people! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (left-wing slogan)Η εξουσία στον λαό! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (ελεύθερη απόδοση)Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
power tool nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electric tool for woodworking, etc.)ηλεκτρικό εργαλείο επίθ + ουσ ουδ
 That wood is too hard to carve by hand, you'll need a power tool.
power train (machinery)σύστημα κινητήρα και μετάδοσης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
power transformer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical converter)ηλεκτρικός μετασχηματιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
power trip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (egotistical use of authority)προσπάθεια να επιβληθώ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσπάθεια να πάρω την εξουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
power unit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measurement of energy)μονάδα ενέργειας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
power walk viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (exercise: walk fast) (για άσκηση)κάνω γρήγορο βάδισμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
power washing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pressure cleaning)καθαρισμός με νερό υπό πίεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καθαρισμός με μεγάλη πίεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
power-hungry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: wants power excessively)που διψά για εξουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
purchasing power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (value of a currency)αγοραστική δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
purchasing power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (income available for spending)αγοραστική δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
ruling power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government, authority)κυβερνώσα δύναμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κρατούσα εξουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ηγεσία, εξουσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The ruling power in ancient Rome was called the Senate.
seat of power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government building)κυβερνητικό κτίριο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Kremlin is the seat of power in Russia.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση power assist στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'power assist'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης