pot

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɒt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/pɑt/ ,USA pronunciation: respelling(pot)

Inflections of 'pot' (v): (⇒ conjugate)
pots
v 3rd person singular
potting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
potted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
potted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (container for a plant)γλάστρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I need to get some bigger pots to transfer my seedlings into.
 Πρέπει να αγοράσω μερικές μεγαλύτερες γλάστρες για να μεταφυτέψω τα φιντάνια μου.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (receptacle for cooking)κατσαρόλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (παλαιό: μεγάλο)καζάνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (παλαιό)τσουκάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Could you get me that big pot from the top shelf? I need it to make jam.
 Μπορείς να μου φέρεις εκείνη τη μεγάλη κατσαρόλα από το επάνω ράφι; Τη χρειάζομαι για να φτιάξω μαρμελάδα.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food storage container)βάζο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (γενικά)δοχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (παλαιό: πήλινο)πιθάρι, κιούπι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Martin poured the lentils into a pot, closed the lid, and put it in the cupboard.
 Ο Μάρτιν έβαλε τις φακές σε ένα βάζο, έκλεισε το καπάκι και το έβαλε στο ντουλάπι.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (drug: marijuana) (αργκό, μεταφορικά)μαύρο επίθ ως ουσ ουδ
  χόρτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Karen and Tara have been smoking pot all afternoon, and now they have the munchies.
 Η Κάρεν και η Τάρα κάπνιζαν χόρτο όλο το απόγευμα και τώρα τις έπιασε λιγούρα.
pot [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (plant: put into pot)βάζω κτ σε γλάστρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (συνηθέστερο: σε γλάστρα)φυτεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Josh potted the azalea.
 Ο Τζος φύτεψε την αζαλέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contents of a pot)κατσαρόλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (παλαιό, μεγάλο)καζάνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Adam has made a pot of stew. I was so tired this morning, it took a whole pot of coffee to wake me up.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (piece of pottery)πήλινο, κεραμικό επίθ ως ουσ ουδ
 Alice bought a pot at the pottery market.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (drinking vessel) (ανάλογα το ποτό/ρόφημα)ποτήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κούπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Landlord, bring me a pot of ale!
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (chamber pot) (επίσημο, παλαιό)δοχείο νυκτός φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  ουροδοχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη, παλαιό)τσουκαλάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The maid took the pot from under the bed and emptied it out the window.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (joint funds) (μεταφορικά)ταμείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They all put ten pounds into the pot for Dan's leaving present.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gambling: money staked)ποτ, pot ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Victoria won the game and claimed the pot.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large amount of money)περιουσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)λεφτά με το τσουβάλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Tom inherited quite a pot when his aunt died.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (pot belly)κοιλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μπιροκοιλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ben has been drinking too much beer and has developed quite a pot.
pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (potentiometer: variable resistor)ποτενσιόμετρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
pot vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (drive ball into pocket) (για μπιλιάρδο)βάζω μια μπάλα στην τσέπη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The snooker player potted the black.
pot vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (food: put into pot)βάζω σε δοχείο, βάζω σε βάζο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Pot the jelly while it is still hot.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
pot [sth] on vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (seedling: put in larger pot)μεταφυτεύω σε μεγαλύτερη γλάστρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's in the greenhouse, potting on the tomato plants.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
calendula,
pot marigold
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant: orange flowers)καλέντουλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
chamber pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (container used as bedroom toilet) (για ούρα)δοχείο νυκτός φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
chimney pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (structure: smoke outlet)κάλυμμα καπνοδόχου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
coffee pot,
coffeepot
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(for brewing coffee)καφετιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I still prefer my old coffee pot over my new coffee maker.
coffee pot,
coffeepot
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(for brewed coffee)καφετιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tip the milky coffee into a warmed coffee pot.
coffeepot,
coffee pot
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cafetière, pot for making coffee) (συσκευή)καφετιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σερβίρισμα)κανάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατσαρολάκι για καφέ)μπρίκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
crock pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, trademark (slow cooker) (TM: είδος κατσαρόλας)crockpot ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  slowcooker ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  ηλεκτρική γάστρα επίθ + ουσ θηλ
 The lamb was very tender after four hours cooking in the crock pot.
flower pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (container for an ornamental plant)γλάστρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The plant outgrew its flower pot.
go to pot v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (decline, deteriorate) (μεταφορικά)παίρνω την κάτω βόλτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I used to exercise but I'm afraid I've gone to pot since the baby was born.
hotpot,
hot pot
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (food: casserole)μαγειρευτό φαγητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φαγητό κατσαρόλας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We made a spicy hotpot for dinner.
melting pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (fusion of cultures, nationalities) (μεταφορικά)χωνευτήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 New York city was a cultural melting pot in the nineteenth century, with immigrants coming from all over Europe.
 Τον δέκατο ένατο αιώνα η Νέα Υόρκη ήταν ένα χωνευτήρι πολιτισμών, με μετανάστες που κατέφθαναν απ' όλη την Ευρώπη.
melting-pot n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." figurative (fusing cultures, nationalities)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 London is a melting-pot city of different races, cultures and religions.
 Η πόλη του Λονδίνου αποτελεί χωνευτήρι διαφορετικών φυλών, πολιτισμών και θρησκειών.
pepper pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick soup)σούπα με πατσά και πολλά μπαχαρικά β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
pepper pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stew flavored with cassareep)πιάτο με κρέας και λαχανικά από τις Δυτικές Ινδίες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
pot holder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fabric for handling hot dishes)πιάστρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
pot lights nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (recessed lamps)σποτάκια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Instead of one big flourescent light in the kitchen, I wanted several pot lights near work areas.
pot luck,
potluck
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, figurative, uncountable (whatever is available)θέμα τύχης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, ουσιαστικοποιημένο επίθετο
 Sometimes you can choose, but usually it's pot luck.
pot luck nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (meal: guests bring food)τραπέζι ρεφενέ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
pot luck supper,
potluck dinner,
potluck party
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (meal: guests bring food)τραπέζι ρεφενέ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (με χορό, μουσική κλπ)πάρτυ ρεφενέ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Joe brought grilled hotdogs to the potluck party, and I brought dessert.
pot odds nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (poker: chances of winning) (πόκερ)απόδοση pot φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
pot pie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (pie baked in dish) (σκεπαστή)πίτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανοιχτή)τάρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Kathy is baking a pot pie.
pot pie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (stew with dumplings)είδος φαγητού της κατσαρόλας β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάχει αντίστοιχος όρος.
 This is a great recipe for pot pie.
pot roast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meat dish cooked in a pot) (συνήθως μοσχάρι)ψητό της κατσαρόλας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (πιο γενικά)κρέας κατσαρόλας, κρέας στην κατσαρόλα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Emma prepared a pot roast for Sunday lunch.
pot stickers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (food: dumplings, wontons)τηγανισμένο πιτάκι με γέμιση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
pot still (brewing)συσκευή απόσταξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
potbellied,
also UK: pot-bellied
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having round stomach) (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)κοιλαράς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, ευφημισμός)που έχει κοιλίτσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
potbelly,
pot belly
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(protruding stomach) (μτφ: κοιλιακή παχυσαρκία)κοιλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  προκοίλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομ, μειωτικό)μπάκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μπυροκοιλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
potboiler,
pot boiler,
pot-boiler
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, figurative (inferior novel written for money) (ανούσιο έργο)παραλογοτέχνημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
potted plant,
also UK: pot plant
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant growing in a pot)φυτό σε γλάστρα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
smoke pot (can of chemicals)θάλαμος καπνού φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
soup pot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cooking container)κατσαρόλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Pour the vegetables into the soup pot and then add the broth.
stewpot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large cooking receptacle)κατσαρόλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
take pot luck,
take potluck
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(accept what is available)παίρνω ό,τι έμεινε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When you book a last-minute holiday, you often take pot luck with the hotel.
watering can,
watering pot,
sprinkling can
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(for watering plants)ποτιστήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She prefers to use a watering can instead of a garden hose.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pot' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a pot [rack, holder], eat a pot roast, is a pot smoker, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης