posture

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɒstʃər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpɑstʃɚ/ ,USA pronunciation: respelling(poschər)

Inflections of 'posture' (v): (⇒ conjugate)
postures
v 3rd person singular
posturing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
postured
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
postured
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
posture nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bodily position)στάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Robert's bad posture was a result of scoliosis.
posture nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attitude, stance) (μτφ: συμπεριφορά)στάση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The company wants to develop a more aggressive marketing posture.
posture viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (behave pretentiously)προσποιούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάτι/κάποιον)παριστάνω, προσποιούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για κάτι)πλασάρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κάτι/κάποιος)το παίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Patrick was posturing at the party by telling elitist jokes that no one understood.
posture,
posture [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(position) (σε σωστή θέση)τοποθετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The White House postured itself for dealing with the fuel crisis.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'posture' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση posture στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'posture'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης