poll

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpəʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/poʊl/ ,USA pronunciation: respelling(pōl for 1; pol for 2, 3)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
poll nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vote, voting)ψηφοφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ψήφος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The outcome of the parliamentary poll was not what Ray was hoping for.
 Το αποτέλεσμα της κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας δεν ήταν αυτό που ήλπιζε ο Ρέι.
poll nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (survey of opinion)έρευνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δημοσκόπηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γκάλοπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The poll reveals that sixty-three percent of the population believes footballers' salaries are too high.
 Η έρευνα αποκαλύπτει πως εξήντα τρία τις εκατό του πληθυσμού πιστεύει ότι οι αμοιβές των ποδοσφαιριστών είναι υπερβολικά υψηλές.
poll [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (survey opinions) (καθομιλουμένη)ρωτάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ζητώ τη γνώμη κάποιου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (σε κπ)κάνω έρευνα, κάνω δημοσκόπηση, κάνω γκάλοπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The magazine polled one hundred people to find out what they thought about climate change.
 Το περιοδικό έκανε δημοσκόπηση σε εκατό άτομα για να μάθει τις απόψεις τους για την κλιματική αλλαγή.
the polls nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (voting in a election) (μεταφορικά, καθομ)οι κάλπες άρθ ορ + ουσ θηλ πλ
  εκλογές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Voters are expected to show their dissatisfaction at the polls this Thursday.
 Οι ψηφοφόροι αναμένεται να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους στις κάλπες αυτήν την Πέμπτη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
poll nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (number of votes cast) (σε εκλογές, ψηφοφορία)συμμετοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The poll was down compared to last year.
poll [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (receive votes) (ψήφους)συγκεντρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The Labour party candidate polled more votes than the Conservative candidate, so she won the election.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
deed poll (law)μονομερής πράξη επίθ + ουσ θηλ
exit poll nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (survey of voters)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The exit polls suggest that this will be a very close election.
Gallup Poll,
Gallup poll
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
® (survey of opinions)γκάλοπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  δημοσκόπηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: As a registered trademark, both words in "Gallup Poll" should be capitalized, but 'poll' is sometimes not capitalized in informal communication.
opinion poll nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (survey of public attitudes)δημοσκόπηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the latest public opinion poll, sixty-five percent of the people said they approved of our foreign policy.
 Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση, το 65% της κοινής γνώμης εγκρίνει την εξωτερική πολιτική μας.
poll tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tax payable per person, often as condition voting)κεφαλικός φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
public-opinion poll nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (survey of people's views)δημοσκόπηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 According to a recent public opinion poll, Americans care more about the economy than about health care reform.
straw poll,
also US: straw vote
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(unofficial survey or vote)άτυπη ψηφοφορία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'poll' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the poll [results, numbers], a poll tax, the election polls, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση poll στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'poll'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης