pleasure

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈplɛʒər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈplɛʒɚ/ ,USA pronunciation: respelling(plezhər)


Inflections of 'pleasure' (v): (⇒ conjugate)
pleasures
v 3rd person singular
pleasuring
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
pleasured
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
pleasured
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (enjoyment)ευχαρίστηση, απόλαυση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)τέρψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Eating chocolate brings Sally great pleasure.
 Η Σάλι νιώθει μεγάλη ευχαρίστηση όταν τρώει σοκολάτα.
pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (agreeable feeling)χαρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's a pleasure to meet you.
 Είναι χαρά μου που σας γνωρίζω.
pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not work)αναψυχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)διακοπές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Are you travelling for business or pleasure?
 Ταξιδεύεις για δουλειά ή αναψυχή;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (enjoyed activity)χαρά, ευχαρίστηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Gardening was his only pleasure.
pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (will, desire)επιθυμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  θέλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιθυμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 What is your pleasure, sir?
 Τι θα επιθυμούσατε κύριε;
 Τι θα θέλατε κύριε;
pleasure [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (please sexually)ικανοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ικανοποιώ ερωτικά, ικανοποιώ σεξουαλικά ρ μ + επίρ
  ικανοποιώ στο κρεβάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσφέρω ερωτική ικανοποίηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A considerate man will find new ways of pleasuring his lover.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
give pleasure viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be enjoyable)προσφέρω χαρά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A beautiful sunset always gives me pleasure.
intense pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extremely enjoyable sensation)έντονη απόλαυση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She took intense pleasure from sipping such a fine wine.
my pleasure interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (you're welcome)ευχαρίστηση μου, χαρά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A: Thanks for all your help. B: My pleasure. A. Thank you. B. My pleasure.
 Α: Ευχαριστώ για την βοήθειά σας. Β: Ευχαρίστησή μου. Α: Ευχαριστώ Β: Ευχαρίστησή μου.
physical pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sensuality, sensuousness)αισθησιασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  φυσική απόλαυση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
pleasure trip nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (holiday, vacation)ταξίδι αναψυχής ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I've been overseas a few times this year but my trip to Hawaii was the only pleasure trip.
pleasure-loving adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (enjoys good things in life)που του αρέσει να περνάει καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)μπονβιβέρ επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αρνητική χρειά)καλοπερασάκιας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
pleasure-seeking,
pleasure seeking
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(desire for fun, enjoyment)αναζήτηση της ευχαρίστησης, επιδίωξη της ευχαρίστησης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (ποιητικό)αναζήτηση της ηδονής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
pleasure-seeking adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (looking for fun)που επιδιώκει την ευχαρίστηση, που κυνηγά την ευχαρίστηση, που αναζητά την ευχαρίστηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (ποιητικό)που αναζητά την ηδονή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)που θέλει να περνάει καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sensual pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexual enjoyment)σαρκική απόλαυση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Some people experience sensual pleasure when a partner massages their scalp.
sensual pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physical, sensuous enjoyment)σαρκική απόλαυση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He often experienced a sensual pleasure when eating a chocolate cake.
sexual pleasure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stimulation, enjoyment of sex)ερωτική διέγερση/ικανοποίηση/απόλαυση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She received little sexual pleasure from the relationship.
take pleasure in vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (enjoy)απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They seemed to take pleasure in my obvious discomfort.
The pleasure is all mine. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." formal (You're welcome.)Χαρά μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Η ευχαρίστηση είναι δική μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 "Thank you for cooking us such a wonderful dinner." "The pleasure is all mine."
 «Σ' ευχαριστούμε που μας ετοίμασες ένα τόσο υπέροχο δείπνο!».«Χαρά μου!»
with pleasure advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (gladly, willingly)ευχαρίστως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Thank you. I accept your invitation with pleasure.
with pleasure,
my pleasure
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(polite reply to request or thanks)ευχαρίστως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  χαρά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)μετά χαράς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pleasure' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sexually explicit: pleasure your [lover, boyfriend, wife], a [great, enormous, real, genuine, immense] pleasure, a pleasure [boat, ride, ground, port], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pleasure στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pleasure'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης