Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

plea in bar


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο plea παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: in | bar

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (request)έκκληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Gareth's plea for mercy fell on deaf ears.
 Η έκκληση του Γκάρεθ για έλεος δεν εισακούστηκε.
plea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal: to court)ισχυρισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  λόγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The defendant entered a plea of not guilty.
 Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ισχυρισμό περί μη ενοχής.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (excuse)δικαιολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λόγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (λόγιος: σε κάτι)επίκληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ken begged off on the plea his car had broken down.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
make a plea v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (plead, appeal for [sth])κάνω έκκληση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The film star made a plea to the public on behalf of the earthquake relief fund.
plea bargain,
plea agreement
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law: deal with judge)δικαστικός διακανονισμός επίθ + ουσ αρσ
plea of mitigation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (claim for extenuating circumstances)αίτημα μετριασμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση plea in bar στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'plea in bar'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης