pitiless

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɪtiləs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpɪtɪlɪs, ˈpɪti-/ ,USA pronunciation: respelling(piti lis, pitē-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pitiless adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (showing no mercy)ανηλεής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)άσπλαχνος, ανελέητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We must defend ourselves against our pitiless enemy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pitiless στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pitiless'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης