piper

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpaɪpə/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpaɪpɚ/ ,USA pronunciation: respelling(pīpər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
piper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (player of bagpipes) (που παίζει γκαϊντα)γκάιντατζης, γκαϊντιέρης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
piper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (player of small wind instrument) (που παίζει αυλό)αυλητής, αυλήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  αυλητρίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (που παίζει φλάουτο)φλαουτίστας, φλαουτίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pay the piper v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (face the consequences)πληρώνω το τίμημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you keep treating people that way, you'll eventually have to pay the piper.
Pied Piper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fairy tale) (ήρωας παραμυθιού)ο Αυλητής του Χαμελίν φρ ως ουσ αρσ κύρ
Pied Piper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] who gains a following) (μεταφορικά)γητευτής, γητεύτρα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση piper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'piper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης