pinpoint

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɪnpɔɪnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpɪnˌpɔɪnt/ ,USA pronunciation: respelling(pinpoint′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pinpoint [sth],
pin-point [sth],
pin point [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
figurative (show exact cause)εντοπίζω, προσδιορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επισημαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It is difficult to pinpoint exactly why this problem has occurred.
 Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί γιατί ακριβώς προέκυψε αυτό το πρόβλημα.
pinpoint [sth],
pin-point [sth],
pin point [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
figurative (show exact place)εντοπίζω, προσδιορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We know our agent is in this area, but we can't pinpoint his location at the moment.
 Ξέρουμε πως ο πράκτοράς μας είναι σε αυτήν την περιοχή, αλλά δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τη θέση του αυτήν τη στιγμή.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pinpoint adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (precise) (ακρίβεια)απόλυτος, άψογος, τέλειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The sniper took aim with pinpoint accuracy.
pinpoint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (point of a pin)μύτη καρφίτσας, αιχμή καρφίτσας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ακίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Use a pinpoint to pierce the protective film.
pinpoint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (tiny spot)κουκκίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  στίγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  στιγμή, τελεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a pinpoint of light somewhere up ahead.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: the size of a pinpoint, the star was a pinpoint in the sky, a pinpoint of light, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pinpoint στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pinpoint'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης